Θέματα Σωστό – Λάθος
Από τον ορισμό της συνάρτησης, σε κάθε τιμή του \(x\) αντιστοιχίζεται το πολύ μία τιμή του \(y\).
Αν μια κατακόρυφη ευθεία \(x=c\) τέμνει μια γραφική παράσταση σε περισσότερα από ένα σημεία, τότε στο ίδιο \(x\) αντιστοιχούν περισσότερες από μία τιμές του \(y\), άρα δεν πρόκειται για συνάρτηση.
Αν \(y=f(x)\) είναι σημείο της γραφικής παράστασης της \(f\), τότε το αντίστοιχο σημείο της \( -f \) είναι \( (x,-f(x)) \).
Τα σημεία \( (x,f(x)) \) και \( (x,-f(x)) \) είναι συμμετρικά ως προς τον άξονα \(x′x\). Άρα η γραφική παράσταση της \( -f \) είναι συμμετρική της γραφικής παράστασης της \(f\) ως προς τον άξονα \(x′x\).
Για \(f(x)\ge 0\) ισχύει \( |f(x)|=f(x) \), άρα τα σημεία της γραφικής παράστασης της \(f\) που βρίσκονται πάνω από τον άξονα \(x′x\) παραμένουν ίδια.
Για \(f(x)<0\) ισχύει \( |f(x)|=-f(x) \), επομένως τα σημεία κάτω από τον άξονα \(x′x\) αντικαθίστανται από τα συμμετρικά τους ως προς τον άξονα \(x′x\).
Η διατύπωση είναι αντίστροφη. Συνάρτηση από το \(A\) στο \(ℝ\) είναι μια διαδικασία με την οποία σε κάθε στοιχείο του \(A\) αντιστοιχίζεται ένα στοιχείο του \(ℝ\).
Εδώ αναφέρεται ότι κάθε στοιχείο του \(ℝ\) αντιστοιχίζεται σε στοιχείο του \(A\), άρα πρόκειται για συνάρτηση από το \(ℝ\) στο \(A\), όχι από το \(A\) στο \(ℝ\).
Η συνθήκη αυτή εκφράζει τη βασική ιδιότητα της συνάρτησης: σε κάθε στοιχείο του πεδίου ορισμού αντιστοιχίζεται μία και μοναδική τιμή.
Αν δύο στοιχεία του πεδίου ορισμού είναι ίσα, τότε υποχρεωτικά έχουν και ίσες εικόνες.
Για να ορίζεται το πηλίκο \( \frac{f}{g} \), πρέπει εκτός από το \(x \in A \cap B\) να ισχύει και \( g(x) \ne 0 \).
Άρα το πεδίο ορισμού είναι υποσύνολο του \(A \cap B\), όχι κατ’ ανάγκη ολόκληρο το \(A \cap B\).
Για να ορίζεται η σύνθεση \( g(f(x)) \), πρέπει πρώτα να ορίζεται το \(f(x)\) και στη συνέχεια το \(g\) στο \(f(x)\).
Επομένως απαιτείται \( x \in D_f \) και \( f(x) \in D_g \), όπως ακριβώς αναφέρει η διατύπωση.
Η σχέση \( f^2(x)=x^2 \) σημαίνει \( |f(x)|=|x| \), όχι ότι ισχύει υποχρεωτικά μία από τις δύο μορφές σε όλο το πεδίο.
Μπορεί για ορισμένες τιμές του \(x\) να ισχύει \( f(x)=x \) και για άλλες \( f(x)=-x \).
Το γεγονός ότι \( f(x) \ge 0 \) δεν σημαίνει ότι η τιμή 0 λαμβάνεται από τη συνάρτηση.
Μπορεί όλες οι τιμές της \(f\) να είναι θετικές, χωρίς η συνάρτηση να παίρνει την τιμή 0.
Μια συνάρτηση μπορεί να έχει ελάχιστο θετικό αριθμό.
Για παράδειγμα, \( f(x)=x^2+1 \) έχει ελάχιστο το 1, παρότι ισχύει \( f(x)>0 \) για κάθε \(x\).
Το γινόμενο δύο συναρτήσεων ορίζεται μόνο στα κοινά σημεία των πεδίων ορισμού τους.
Εδώ τα διαστήματα [0,1] και [2,3] δεν έχουν κοινά στοιχεία, άρα το f·g δεν ορίζεται.
Για να ορίζεται η σύνθεση \( g\circ f \) στο A, πρέπει για κάθε \(x\in A\) να ισχύει \(f(x)\in B\).
Αυτό ισοδυναμεί με τη συνθήκη \( f(A)\subseteq B \).
Η πρόταση αυτή είναι λογικά ισοδύναμη με τον ορισμό της συνάρτησης.
Αν δύο στοιχεία έχουν διαφορετικές εικόνες, τότε δεν μπορεί να είναι ίσα.
Για να ορίζεται η σύνθεση \( f \circ g \), πρέπει οι τιμές της \(g\) να ανήκουν στο πεδίο ορισμού της \(f\).
Εδώ όμως \( g(x) \in [2,3] \) ενώ η \(f\) ορίζεται μόνο στο [0,1], άρα η σύνθεση δεν ορίζεται.
Το ότι ορίζονται και οι δύο συνθέσεις δεν συνεπάγεται ότι είναι ίσες. Γενικά η σύνθεση συναρτήσεων δεν είναι αντιμεταθετική.
Να εξεταστεί αν από το ότι η f ορίζεται στο ℝ προκύπτει ότι ορίζεται και η σύνθεση f∘f στο ℝ.
ΘΕΩΡΙΑ
Για να ορίζεται η σύνθεση f∘g, πρέπει για κάθε x του πεδίου ορισμού της g να ισχύει g(x)∈Df.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗ f(x)
Εδώ έχουμε f∘f, άρα για κάθε x∈ℝ πρέπει να ισχύει f(x)∈ℝ.
Όμως η f ορίζεται στο ℝ και παίρνει τιμές στο ℝ, δηλαδή f:ℝ→ℝ.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η f∘f ορίζεται στο ℝ.
Να εξεταστεί αν από τον ορισμό της f∘f στο ℝ προκύπτει ότι η f ορίζεται στο ℝ.
ΘΕΩΡΙΑ
Για να ορίζεται η f∘f σε ένα x, πρέπει να ορίζεται πρώτα η f(x).
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Αν η f∘f ορίζεται για κάθε x∈ℝ, τότε για κάθε x∈ℝ πρέπει να ορίζεται η f(x).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η f ορίζεται στο ℝ.
Να εξεταστεί η προσεταιριστική ιδιότητα της σύνθεσης.
ΘΕΩΡΙΑ
Η σύνθεση συναρτήσεων είναι προσεταιριστική, δηλαδή όταν ορίζονται οι συνθέσεις, ισχύει (h∘g)∘f = h∘(g∘f).
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Αφού δίνεται ότι (h∘g)∘f ορίζεται, τότε οι ενδιάμεσες τιμές ανήκουν στα κατάλληλα πεδία, άρα ορίζεται και η h∘(g∘f).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ισχύει (h∘g)∘f = h∘(g∘f).
Να αναγνωριστεί ο ορισμός της γνησίως αύξουσας συνάρτησης.
ΘΕΩΡΙΑ
Μία συνάρτηση είναι γνησίως αύξουσα σε ένα διάστημα Δ αν για κάθε x₁<x₂ ισχύει f(x₁)<f(x₂).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση είναι ακριβώς ο ορισμός, άρα σωστή.
Να εξεταστεί πώς επηρεάζει ο πολλαπλασιασμός με −1 τη μονοτονία.
ΘΕΩΡΙΑ
Αν f είναι γνησίως αύξουσα, τότε για x₁<x₂ ισχύει f(x₁)<f(x₂).
Πολλαπλασιάζοντας με −1, προκύπτει −f(x₁)>−f(x₂).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η −f είναι γνησίως φθίνουσα.
Να εξεταστεί πόσες θέσεις ολικού μεγίστου έχει η ημx.
ΘΕΩΡΙΑ
Η ημx είναι περιοδική με περίοδο 2π.
Το μέγιστό της είναι 1.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
ημx = 1 ⇔ x = π/2 + 2kπ, k∈ℤ.
Άρα το μέγιστο επαναλαμβάνεται άπειρες φορές.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Δεν υπάρχει μόνο μία θέση μεγίστου ⇒ ΛΑΘΟΣ.
Να αναγνωριστεί ο ορισμός ολικού ελαχίστου.
ΘΕΩΡΙΑ
Ολικό ελάχιστο στο x₀ ⇔ f(x)≥f(x₀) για κάθε x του πεδίου.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Πρόκειται για τον ακριβή ορισμό ⇒ ΣΩΣΤΟ.
Να εξεταστεί συμμετρία γραφικής παράστασης.
ΘΕΩΡΙΑ
Αν f(−x)=−f(x), τότε η f είναι περιττή και έχει κέντρο το Ο(0,0).
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
f(−x)=(-x)³ = -x³ = -f(x).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η f είναι περιττή ⇒ συμμετρία ως προς Ο.
Να εξεταστεί αν η συνάρτηση είναι άρτια.
ΘΕΩΡΙΑ
Αν f(−x)=f(x), τότε η f είναι άρτια και έχει άξονα συμμετρίας τον y′y.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
√|−x| = √|x| ⇒ f(−x)=f(x).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η συνάρτηση είναι άρτια ⇒ ΣΩΣΤΟ.
Να εξεταστεί αν η πρόταση αποτελεί ισοδύναμο ορισμό της 1−1 συνάρτησης.
ΘΕΩΡΙΑ
Μία συνάρτηση f λέγεται 1−1 αν για κάθε y του συνόλου τιμών της, υπάρχει μοναδικό x ώστε f(x)=y.
Ισοδύναμα:
f(x₁)=f(x₂) ⇒ x₁=x₂.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Η πρόταση λέει ότι κάθε εξίσωση f(x)=y έχει ακριβώς μία λύση.
Δηλαδή κάθε τιμή y “παράγεται” από ένα και μόνο ένα x.
Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δύο διαφορετικά x που να δίνουν την ίδια τιμή y.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση είναι ακριβώς ο ορισμός της 1−1 ⇒ ΣΩΣΤΟ.
Να ελεγχθεί αν η πρόταση είναι σωστός ορισμός της 1−1.
ΘΕΩΡΙΑ
Μία συνάρτηση είναι 1−1 αν διαφορετικά στοιχεία έχουν διαφορετικές εικόνες.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Αν x₁≠x₂ τότε f(x₁)≠f(x₂).
Δηλαδή δεν υπάρχουν δύο διαφορετικά x με ίδια τιμή f(x).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Αυτός είναι ακριβώς ο ορισμός ⇒ ΣΩΣΤΟ.
Να εξεταστεί αν η πρόταση είναι ισοδύναμη μορφή του ορισμού.
ΘΕΩΡΙΑ
Οι δύο μορφές είναι ισοδύναμες:
x₁≠x₂ ⇒ f(x₁)≠f(x₂)
⇔
f(x₁)=f(x₂) ⇒ x₁=x₂
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Η πρόταση λέει: αν δύο τιμές της f είναι ίσες, τότε προέρχονται από το ίδιο x.
Δηλαδή κάθε τιμή f(x) αντιστοιχεί σε μοναδικό x.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ισοδύναμος ορισμός ⇒ ΣΩΣΤΟ.
Να συνδεθεί η 1−1 ιδιότητα με τη γεωμετρική ερμηνεία.
ΘΕΩΡΙΑ
Horizontal line test:
Μία συνάρτηση είναι 1−1 ⇔ κάθε οριζόντια ευθεία τέμνει τη γραφική το πολύ σε ένα σημείο.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Αν υπήρχαν δύο σημεία τομής, θα είχαμε f(x₁)=f(x₂) με x₁≠x₂, άρα δεν θα ήταν 1−1.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση είναι σωστή.
Να ερμηνευτεί η 1−1 ιδιότητα γεωμετρικά.
ΘΕΩΡΙΑ
1−1 ⇒ f(x₁)=f(x₂) ⇒ x₁=x₂.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Αν υπήρχαν δύο σημεία με ίδια τεταγμένη, θα υπήρχαν x₁≠x₂ με f(x₁)=f(x₂).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Αυτό αποκλείεται ⇒ ΣΩΣΤΟ.
Να εξεταστεί αν η μονοτονία συνεπάγεται 1−1.
ΘΕΩΡΙΑ
Γνησίως αύξουσα: x₁
Και στις δύο περιπτώσεις: x₁≠x₂ ⇒ f(x₁)≠f(x₂).
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Άρα δεν μπορούν να υπάρξουν δύο διαφορετικά x με ίδια εικόνα.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η συνάρτηση είναι 1−1 ⇒ ΣΩΣΤΟ.
Να εξεταστεί αν η 1−1 ιδιότητα συνεπάγεται μονοτονία.
ΘΕΩΡΙΑ
Αν μια συνάρτηση είναι γνησίως μονότονη, τότε είναι 1−1.
Το αντίστροφο όμως δεν ισχύει γενικά.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Υπάρχουν συναρτήσεις που είναι 1−1 αλλά δεν είναι μονότονες σε όλο το πεδίο ορισμού τους.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση είναι λανθασμένη.
Να συνδεθεί η μη 1−1 ιδιότητα με τη γραφική παράσταση.
ΘΕΩΡΙΑ
Μία συνάρτηση είναι 1−1 ⇔ κάθε οριζόντια ευθεία τέμνει τη γραφική της το πολύ σε ένα σημείο.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Αν η f δεν είναι 1−1, τότε υπάρχουν x₁≠x₂ με f(x₁)=f(x₂).
Άρα η ευθεία y=f(x₁) τέμνει τη γραφική σε δύο σημεία.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση είναι σωστή.
Ορισμός μη 1−1 συνάρτησης: υπάρχει y που αντιστοιχεί σε περισσότερα από ένα x.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση είναι σωστή.
Αντιστρεψιμότητα ⇔ 1−1.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Αν δεν αντιστρέφεται ⇒ δεν είναι 1−1.
Οι γραφικές των f και f⁻¹ είναι συμμετρικές ως προς y=x.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Τα σημεία της ευθείας y=x μένουν σταθερά στη συμμετρία.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το σημείο ανήκει και στις δύο γραφικές.
Η αντίστροφη μιας συνάρτησης είναι πάντα 1−1, γιατί κάθε τιμή της έχει μοναδική προεικόνα.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση είναι σωστή.
Η αντίστροφη προκύπτει από συμμετρία ως προς y=x.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση είναι σωστή.
Η αντίστροφη ανταλλάσσει τετμημένη και τεταγμένη.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το σημείο ανήκει στη f⁻¹.
Η f⁻¹ αναιρεί τη δράση της f στο πεδίο ορισμού.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση είναι σωστή.
Να εξεταστεί το πεδίο ορισμού της σύνθεσης f∘f⁻¹.
ΘΕΩΡΙΑ
Η σχέση f(f⁻¹(x)) = x ισχύει για x που ανήκουν στο σύνολο τιμών της f (όχι γενικά στο A).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση είναι λανθασμένη.
Να εξεταστεί αν μια συνάρτηση που δεν είναι 1−1 μπορεί να έχει αντίστροφη.
ΘΕΩΡΙΑ
Μία συνάρτηση είναι αντιστρέψιμη αν και μόνο αν είναι 1−1, δηλαδή αν για κάθε y υπάρχει μοναδικό x με f(x)=y.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Αν η f δεν είναι 1−1, τότε υπάρχουν x₁≠x₂ με f(x₁)=f(x₂).
Άρα μία τιμή y αντιστοιχεί σε δύο διαφορετικά x, επομένως δεν μπορεί να οριστεί αντίστροφη συνάρτηση.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση είναι σωστή.
Να εξεταστεί αν η σταθερή συνάρτηση είναι 1−1.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Αν f(x)=c, τότε για κάθε x ισχύει f(x)=c.
Άρα για οποιαδήποτε x₁≠x₂ ισχύει f(x₁)=f(x₂).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η f δεν είναι 1−1 ⇒ δεν αντιστρέφεται.
Να εξεταστεί ιδιότητα της αντίστροφης συνάρτησης.
ΘΕΩΡΙΑ
Αν f είναι αντιστρέψιμη, τότε ισχύει: f⁻¹(f(x))=x και f(f⁻¹(x))=x.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Η f⁻¹ αναιρεί τη δράση της f, επομένως η αντίστροφη της αντίστροφης επαναφέρει την αρχική συνάρτηση.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
(f⁻¹)⁻¹ = f.
Να εξεταστεί η εικόνα συνόλου μέσω σύνθεσης.
ΘΕΩΡΙΑ
Για αντιστρέψιμη f ισχύει: f⁻¹(f(x))=x για κάθε x∈A.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Τα στοιχεία του συνόλου f(A) όταν εφαρμοστεί η f⁻¹ επιστρέφουν στο A.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
f⁻¹(f(A)) = A.
Να συγκριθούν οι συναρτήσεις 1/f και f⁻¹.
ΘΕΩΡΙΑ
Η συνάρτηση 1/f ορίζεται ως: x → 1/f(x).
Η f⁻¹ είναι η αντίστροφη της f, δηλαδή ικανοποιεί: f(f⁻¹(x)) = x.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Αν f(x)=2x, τότε:
f⁻¹(x)=x/2,
ενώ 1/f(x)=1/(2x).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Οι δύο συναρτήσεις δεν ταυτίζονται, άρα η πρόταση είναι λανθασμένη.
Να αποδειχθεί ισοδυναμία δύο ορίων.
ΘΕΩΡΙΑ
Αν lim f(x)=L, τότε f(x)−L → 0.
Αντίστροφα, αν f(x)−L → 0, τότε f(x) → L.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Πρόκειται για απλή μεταφορά κατά σταθερά: f(x) = (f(x)−L)+L.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Οι δύο προτάσεις είναι ισοδύναμες.
Να δοθεί συνθήκη ύπαρξης ορίου.
ΘΕΩΡΙΑ
lim υπάρχει ⇔ lim από αριστερά = lim από δεξιά.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Αν τα πλευρικά όρια διαφέρουν, η συνάρτηση δεν συγκλίνει σε μία τιμή.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση είναι σωστή.
Να εξεταστεί διατήρηση ανισότητας στα όρια.
ΘΕΩΡΙΑ
Αν f(x) ≤ g(x) και υπάρχουν τα όρια, τότε η ανισότητα διατηρείται στο όριο.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
f(x) ≤ g(x) ⇒ lim f(x) ≤ lim g(x).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση ισχύει.
Να εξαχθεί όριο από την απόλυτη τιμή.
ΘΕΩΡΙΑ
Ισχύει: −|f(x)| ≤ f(x) ≤ |f(x)|.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Αν |f(x)|→0, τότε και τα δύο άκρα →0, άρα με το θεώρημα παρεμβολής f(x)→0.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
lim f(x)=0.
Να συνδεθεί το πρόσημο του ορίου με το πρόσημο της συνάρτησης κοντά στο σημείο.
ΘΕΩΡΙΑ
Αν lim f(x)=L>0, τότε υπάρχει περιοχή του x₀ όπου f(x)>L/2>0.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Οι τιμές της f παραμένουν θετικές κοντά στο x₀.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
f(x)>0 κοντά στο x₀.
Να εξεταστεί τι συμβαίνει στο αντίστροφο μιας συνάρτησης, όταν η συνάρτηση τείνει στο 0 και παραμένει θετική κοντά στο x₀.
ΘΕΩΡΙΑ
Αν μια συνάρτηση f(x) τείνει στο 0 και οι τιμές της είναι θετικές κοντά σε ένα σημείο, τότε οι τιμές της γίνονται αυθαίρετα μικρές θετικές ποσότητες. Το αντίστροφο μιας πολύ μικρής θετικής ποσότητας είναι πολύ μεγάλο θετικό μέγεθος.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Από την υπόθεση \( \displaystyle \lim_{x\to x_0} f(x)=0 \) έχουμε ότι οι τιμές της f(x) πλησιάζουν το 0.
Επειδή επιπλέον κοντά στο x₀ ισχύει \( f(x)>0 \), η f(x) πλησιάζει το 0 μόνο από θετικές τιμές.
Άρα για κάθε πολύ μεγάλο θετικό αριθμό M, μπορούμε να πάρουμε τις τιμές της f(x) τόσο μικρές, ώστε \( 0
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Επομένως \( \displaystyle \lim_{x\to x_0} \frac{1}{f(x)}=+\infty \). Η πρόταση είναι σωστή.
Να συνδεθεί το ότι η f(x) τείνει στο +∞ με το πρόσημο των τιμών της κοντά στο x₀.
ΘΕΩΡΙΑ
Η σχέση \( \displaystyle \lim_{x\to x_0} f(x)=+\infty \) σημαίνει ότι για κάθε πραγματικό αριθμό M>0, υπάρχει περιοχή του x₀ τέτοια ώστε \( f(x)>M \) για κάθε x της περιοχής αυτής.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Επιλέγουμε ειδικά \( M=0 \).
Τότε, από τον ορισμό του ορίου στο +∞, υπάρχει περιοχή του x₀ τέτοια ώστε \( f(x)>0 \) για κάθε x της περιοχής αυτής.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Άρα κοντά στο x₀ η συνάρτηση παίρνει θετικές τιμές. Η πρόταση είναι σωστή.
Να εξεταστεί αν το όριο «περνάει» μέσα από τη ρίζα.
ΘΕΩΡΙΑ
Η συνάρτηση \( \sqrt{x} \) είναι συνεχής στο διάστημα [0,+∞). Άρα, αν μια συνάρτηση f(x) παίρνει μη αρνητικές τιμές κοντά σε ένα σημείο και \( f(x)\to L \) με \( L\ge 0 \), τότε \( \sqrt{f(x)} \to \sqrt{L} \).
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Από την υπόθεση, κοντά στο x₀ ισχύει \( f(x)\ge 0 \), άρα η παράσταση \( \sqrt{f(x)} \) έχει νόημα.
Εφόσον υπάρχει το όριο της f(x), έστω \( \displaystyle \lim_{x\to x_0} f(x)=L \).
Επειδή οι τιμές της f(x) κοντά στο x₀ είναι μη αρνητικές, το L δεν μπορεί να είναι αρνητικό.
Άρα, λόγω συνέχειας της ρίζας στο [0,+∞), έχουμε \( \displaystyle \lim_{x\to x_0}\sqrt{f(x)}=\sqrt{L} \), δηλαδή \( \displaystyle \lim_{x\to x_0}\sqrt{f(x)} =\sqrt{\lim_{x\to x_0}f(x)} \).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση είναι σωστή.
Να εξεταστεί πώς μεταβάλλεται ένα άπειρο όριο όταν πολλαπλασιάζουμε τη συνάρτηση με −1.
ΘΕΩΡΙΑ
Ο πολλαπλασιασμός με αρνητικό αριθμό αλλάζει το πρόσημο των τιμών μιας συνάρτησης. Επομένως, αν f(x) γίνεται αυθαίρετα μεγάλη θετική, τότε η −f(x) γίνεται αυθαίρετα μεγάλη αρνητική.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Από την υπόθεση \( \displaystyle \lim_{x\to x_0} f(x)=+\infty \), για κάθε M>0 υπάρχει περιοχή του x₀ τέτοια ώστε \( f(x)>M \).
Πολλαπλασιάζοντας με −1, παίρνουμε \( -f(x)<-M \).
Αυτό σημαίνει ότι η συνάρτηση −f(x) παίρνει τελικά τιμές μικρότερες από κάθε αρνητικό αριθμό, δηλαδή τείνει στο −∞.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
\( \displaystyle \lim_{x\to x_0}(-f(x))=-\infty \). Η πρόταση είναι σωστή.
Να εξεταστεί τι συμβαίνει στο αντίστροφο μιας συνάρτησης, όταν η συνάρτηση τείνει στο +∞ ή στο −∞.
ΘΕΩΡΙΑ
Αν το μέτρο μιας ποσότητας γίνεται αυθαίρετα μεγάλο, τότε το αντίστροφό της γίνεται αυθαίρετα μικρό, δηλαδή τείνει στο 0.
Πράγματι, αν \( |f(x)| \to +\infty \), τότε \( \displaystyle \frac{1}{|f(x)|}\to 0 \), και επομένως και \( \displaystyle \frac{1}{f(x)}\to 0 \).
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Αν \( \displaystyle \lim_{x\to x_0} f(x)=+\infty \), τότε το \( |f(x)| \) τείνει στο +∞.
Το ίδιο συμβαίνει και αν \( \displaystyle \lim_{x\to x_0} f(x)=-\infty \), γιατί τότε πάλι \( |f(x)|\to +\infty \).
Άρα και στις δύο περιπτώσεις \( \displaystyle \frac{1}{|f(x)|}\to 0 \), οπότε και \( \displaystyle \frac{1}{f(x)}\to 0 \).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση είναι σωστή.
Να συνδεθεί το όριο της f(x) στο −∞ με το όριο της απόλυτης τιμής της.
ΘΕΩΡΙΑ
Όταν μια συνάρτηση τείνει στο −∞, οι τιμές της γίνονται αυθαίρετα μεγάλες αρνητικές.
Η απόλυτη τιμή μετατρέπει τις αρνητικές αυτές τιμές σε αντίστοιχες θετικές μεγάλες τιμές.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Από \( \displaystyle \lim_{x\to x_0} f(x)=-\infty \) έχουμε ότι για κάθε M>0, υπάρχει περιοχή του x₀ τέτοια ώστε \( f(x)<-M \).
Τότε \( |f(x)|>M \).
Άρα η απόλυτη τιμή της f(x) γίνεται μεγαλύτερη από κάθε θετικό αριθμό M, δηλαδή τείνει στο +∞.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
\( \displaystyle \lim_{x\to x_0}|f(x)|=+\infty \). Η πρόταση είναι σωστή.
Να εξεταστεί αν υπάρχει το όριο της συνάρτησης \( \displaystyle \frac{1}{x^{2n+1}} \) όταν \( x\to 0 \).
ΘΕΩΡΙΑ
Για να υπάρχει το όριο σε ένα σημείο, πρέπει να υπάρχουν και να είναι ίσα το αριστερό και το δεξιό όριο.
Επειδή ο εκθέτης \( 2n+1 \) είναι περιττός, το \( x^{2n+1} \) έχει το ίδιο πρόσημο με το x.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Αν \( x\to 0^+ \), τότε \( x^{2n+1}\to 0^+ \), άρα \( \displaystyle \frac{1}{x^{2n+1}}\to +\infty \).
Αν \( x\to 0^- \), τότε \( x^{2n+1}\to 0^- \), άρα \( \displaystyle \frac{1}{x^{2n+1}}\to -\infty \).
Τα πλευρικά όρια είναι διαφορετικά, άρα το όριο δεν υπάρχει.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το όριο \( \displaystyle \lim_{x\to 0}\frac{1}{x^{2n+1}} \) δεν υπάρχει, άρα η πρόταση είναι λανθασμένη.
Να εξεταστεί αν από την ύπαρξη του ορίου του αθροίσματος προκύπτει υποχρεωτικά η ύπαρξη των ορίων των όρων χωριστά.
ΘΕΩΡΙΑ
Είναι γνωστό ότι αν υπάρχουν τα όρια των f(x) και g(x), τότε υπάρχει και το όριο του αθροίσματός τους και ισχύει \( \lim(f+g)=\lim f+\lim g \).
Όμως το αντίστροφο δεν ισχύει γενικά.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Θα δώσουμε αντιπαράδειγμα.
Θέτουμε \( f(x)=\frac{1}{x} \) και \( g(x)=-\frac{1}{x} \), για \( x\neq 0 \).
Τότε: \( f(x)+g(x)=0 \), άρα \( \displaystyle \lim_{x\to 0}(f(x)+g(x))=0 \).
Όμως: \( \displaystyle \lim_{x\to 0}\frac{1}{x} \) δεν υπάρχει, και επίσης \( \displaystyle \lim_{x\to 0}\left(-\frac{1}{x}\right) \) δεν υπάρχει.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Μπορεί να υπάρχει το όριο του αθροίσματος χωρίς να υπάρχουν τα επιμέρους όρια. Άρα η πρόταση είναι λανθασμένη.
Να εξεταστεί το όριο ενός πηλίκου, όταν ο αριθμητής τείνει στο 0 και ο παρονομαστής τείνει στο +∞.
ΘΕΩΡΙΑ
Αν ο αριθμητής παραμένει τελικά φραγμένος και ο παρονομαστής γίνεται αυθαίρετα μεγάλος, τότε το πηλίκο τείνει στο 0.
Επίσης, από το ότι \( f(x)\to 0 \), προκύπτει ότι η f(x) είναι φραγμένη κοντά στο x₀.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Εφόσον \( \displaystyle \lim_{x\to x_0} f(x)=0 \), υπάρχει περιοχή του x₀ τέτοια ώστε \( |f(x)|<1 \).
Εφόσον επίσης \( \displaystyle \lim_{x\to x_0} g(x)=+\infty \), κοντά στο x₀ ισχύει \( g(x)>0 \) και μάλιστα μπορεί να γίνει όσο μεγάλο θέλουμε.
Άρα κοντά στο x₀: \[ \left|\frac{f(x)}{g(x)}\right| = \frac{|f(x)|}{g(x)} \le \frac{1}{g(x)}. \] Επειδή \( \displaystyle \lim_{x\to x_0}\frac{1}{g(x)}=0 \), με το θεώρημα παρεμβολής παίρνουμε \[ \lim_{x\to x_0}\frac{f(x)}{g(x)}=0. \]
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η πρόταση είναι σωστή.
Να υπολογιστεί το όριο εκθετικής όταν \(x\to -\infty\).
ΘΕΩΡΙΑ
Για \(a>1\), η \(a^x\) είναι γνησίως αύξουσα.
Όταν \(x\to -\infty\), οι τιμές της γίνονται πολύ μικρές θετικές.
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Γράφουμε \(a^x = \frac{1}{a^{-x}}\) και \( -x\to +\infty\).
Άρα \(a^{-x}\to +\infty\) ⇒ \(a^x\to 0\).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το όριο είναι 0 ⇒ ΣΩΣΤΟ.
\(1-\text{συν}x \sim \frac{x^2}{2}\).
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
\[ \frac{1-\text{συν}x}{x} \sim \frac{x^2/2}{x} = \frac{x}{2} \to 0 \]
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το όριο είναι 0 ⇒ ΛΑΘΟΣ.
\(|\text{ημ}x|≤1\).
ΕΦΑΡΜΟΓΗ
\[ \left|\frac{\text{ημ}x}{x}\right|\le \frac{1}{x}\to 0 \]
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το όριο είναι 0 ⇒ ΛΑΘΟΣ.
Κλασικό όριο: \[ \lim_{x\to 0}\frac{\text{ημ}x}{x}=1 \]
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Άρα ΛΑΘΟΣ.
Όριο 0 σημαίνει «πλησιάζει το 0», όχι «είναι 0».
ΑΝΤΙΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ
\(f(x)=x\) ⇒ \( \lim_{x\to 0}f(x)=0\), αλλά \(f(x)\neq 0\) κοντά στο 0.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
ΛΑΘΟΣ.