Μια τρυφερή ιστορία για τα χρώματα, τις αξίες και τα μικρά μυστικά της ζωής.
Μέσα από έναν παλιό αργαλειό και πολύχρωμα κορδελάκια, μια σοφή γιαγιά ταξιδεύει τα εγγόνια της στον κόσμο της αγάπης, της ελπίδας, της αλήθειας και του σεβασμού.
Ένα παραμύθι που θυμίζει πως οι πιο όμορφες αξίες υφαίνονται καθημερινά μέσα στην καρδιά μας.
Γιατί η αγάπη είναι το νήμα που ενώνει όλα τα χρώματα της ζωής. ❤️
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το υφάδι
Υπάρχουν ιστορίες που διαβάζονται και ξεχνιούνται.
Υπάρχουν όμως και ιστορίες που μένουν στην καρδιά μας γιατί μας θυμίζουν όσα έχουν πραγματικά αξία στη ζωή.
Μέσα από τα χρωματιστά κορδελάκια ενός παλιού αργαλειού, μια αγαπημένη γιαγιά μοιράζεται με τα εγγόνια της μικρά μαθήματα για την αγάπη, την αλήθεια, την ελπίδα, τη φιλία και τον σεβασμό. Κάθε χρώμα κρύβει μια ξεχωριστή αξία και κάθε αξία γίνεται ένα πολύτιμο νήμα που υφαίνει το όμορφο υφαντό της ζωής.
Εύχομαι οι μικροί αναγνώστες να ταξιδέψουν μαζί με τη γιαγιά σε αυτόν τον κόσμο των χρωμάτων και να ανακαλύψουν πως οι μεγαλύτεροι θησαυροί δεν βρίσκονται στα πράγματα που έχουμε, αλλά στις αξίες που κρατάμε μέσα στην καρδιά μας.
Όλγα Καραγιάννη
Το καλοκαίρι είχε μόλις αρχίσει όταν φτάσαμε στο χωριό της γιαγιάς.
Όπως κάθε χρόνο, η αυλή του σπιτιού ήταν γεμάτη λουλούδια.
Οι γλάστρες ήταν τοποθετημένες στη σειρά, σαν να περίμεναν να μας καλωσορίσουν.
Οι μέλισσες πετούσαν από άνθος σε άνθος και ο αέρας μύριζε γιασεμί.
Η γιαγιά στεκόταν στην πόρτα και μας περίμενε.
Το πρόσωπό της φωτίστηκε μόλις μας είδε.
— Τα κουκλιά μου! φώναξε ανοίγοντας την αγκαλιά της.
Τρέξαμε κοντά της.
Η αγκαλιά της ήταν πάντα η πιο ζεστή του κόσμου.
Ήταν σαν να χωρούσε μέσα της όλες τις στενοχώριες και να τις έκανε να εξαφανίζονται.
Αφού φάγαμε και ξεκουραστήκαμε λίγο από το ταξίδι, η γιαγιά μας πλησίασε με ένα μυστηριώδες χαμόγελο.
— Έχω μια έκπληξη για εσάς.
— Τι έκπληξη; ρωτήσαμε αμέσως.
— Αν σας το πω, δε θα είναι έκπληξη.
Τα μάτια της γυάλιζαν από ενθουσιασμό.
Καταλάβαμε ότι είχε ετοιμάσει κάτι ξεχωριστό.
Λίγη ώρα αργότερα περπατούσαμε μαζί στα στενά δρομάκια του χωριού.
Ο ήλιος έπεφτε πάνω στις πέτρινες αυλές και τα άσπρα σπίτια.
Οι γείτονες χαιρετούσαν τη γιαγιά με χαμόγελο.
Εκείνη χαιρετούσε όλους με το μικρό τους όνομα.
Έμοιαζε να γνωρίζει τους πάντες.
Στο τέλος του δρόμου βρισκόταν ένα παλιό πέτρινο κτίριο.
Πάνω από την πόρτα έγραφε:
ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
Η γιαγιά στάθηκε μπροστά στην είσοδο.
— Εδώ βρίσκεται ένα κομμάτι της ζωής μου.
Περάσαμε μέσα.
Ο χώρος ήταν ήσυχος.
Παντού υπήρχαν παλιά αντικείμενα.
Ξύλινα τραπέζια.
Πήλινα δοχεία.
Παλιές φωτογραφίες.
Σιδερένια εργαλεία.
Πράγματα που οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν πολλά χρόνια πριν.
Κοιτούσαμε γύρω μας με περιέργεια.
Ξαφνικά όμως τα μάτια μας σταμάτησαν σε κάτι μεγάλο που βρισκόταν στο κέντρο της αίθουσας.
Ήταν ένας ξύλινος αργαλειός.
Δεν είχαμε ξαναδεί ποτέ κάτι παρόμοιο.
Δίπλα του υπήρχαν μεγάλα πανέρια γεμάτα νήματα και πολύχρωμα κορδελάκια.
Κόκκινα.
Μπλε.
Πράσινα.
Κίτρινα.
Λιλά.
Ροζ.
Λες και κάποιος είχε φυλακίσει μέσα στα πανέρια όλα τα χρώματα του ουρανού και της γης.
Η γιαγιά πλησίασε αργά.
Άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τον παλιό αργαλειό.
Το βλέμμα της γέμισε αναμνήσεις.
— Αυτός ανήκε στη δική μου γιαγιά.
— Στη γιαγιά της γιαγιάς; ρωτήσαμε έκπληκτοι.
— Ναι.
Και ξέρετε κάτι;
Πάνω σε αυτόν τον αργαλειό υφάνθηκαν κουβέρτες, κιλίμια και ιστορίες.
— Ιστορίες;
Η γιαγιά χαμογέλασε.
— Βέβαια.
Κάθε αντικείμενο κρύβει μια ιστορία.
Αρκεί να ξέρεις να την ακούσεις.
Έπειτα έσκυψε πάνω από ένα πανέρι.
Πήρε στα χέρια της μερικά χρωματιστά κορδελάκια.
Τα κοίταξε προσεκτικά.
Σαν να διάβαζε κάτι γραμμένο πάνω τους.
— Βλέπετε αυτά τα χρώματα;
ρώτησε.
— Ναι!
— Για εσάς μπορεί να είναι απλώς κορδελάκια.
Για μένα όμως είναι κάτι πολύ περισσότερο.
Κάθε χρώμα κρύβει μια αξία.
Κάθε κορδελάκι μια μικρή αλήθεια για τη ζωή.
Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας.
Δεν καταλαβαίναμε ακριβώς τι εννοούσε.
Η γιαγιά όμως συνέχισε.
— Αν θέλετε, θα σας πω την ιστορία τους.
Φυσικά θέλαμε.
Καθίσαμε γύρω από τον αργαλειό.
Η γιαγιά κάθισε απέναντί μας.
Έξω ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο και φώτιζε τα χρώματα.
Τα κορδελάκια έμοιαζαν να ζωντανεύουν.
Και κάπως έτσι ξεκίνησε το πιο όμορφο μάθημα που είχαμε ακούσει ποτέ.
Ένα μάθημα για τα χρώματα.
Ένα μάθημα για τις αξίες.
Ένα μάθημα για τη ζωή.
Συνεχίζεται...
Την επόμενη μέρα επιστρέψαμε στο μουσείο νωρίς το πρωί.
Ο ήλιος μόλις είχε ανατείλει και οι πρώτες του ακτίνες περνούσαν μέσα από τα παράθυρα.
Ο αργαλειός στεκόταν στη θέση του σαν να μας περίμενε.
Η γιαγιά καθόταν δίπλα στα πανέρια.
Στα χέρια της κρατούσε ένα λευκό κορδελάκι.
Ήταν τόσο φωτεινό που έμοιαζε με μικρό σύννεφο.
— Σήμερα θα μιλήσουμε για το λευκό, είπε.
— Για το χρώμα του χιονιού; ρώτησα.
— Και του χιονιού.
Και των σύννεφων.
Και των ανθών της αμυγδαλιάς.
Και πολλών ακόμη πραγμάτων.
Μας έδειξε το κορδελάκι.
— Ξέρετε ποια αξία κρύβει μέσα του;
Κουνήσαμε αρνητικά το κεφάλι.
— Την αλήθεια.
Σιωπήσαμε για λίγο.
Η αλήθεια μάς φαινόταν κάτι απλό.
Κάτι που όλοι γνωρίζουν.
Η γιαγιά όμως χαμογέλασε.
— Νομίζετε ότι είναι εύκολο να λες πάντα την αλήθεια;
— Ναι, απάντησα.
— Εγώ όχι, είπε η αδελφή μου.
Η γιαγιά γέλασε.
— Η αλήθεια είναι σαν το λευκό χιόνι.
Καθαρή.
Όμορφη.
Αλλά χρειάζεται θάρρος για να την κρατήσεις καθαρή.
Έπειτα σηκώθηκε.
Πήγε στο παράθυρο και έδειξε μια αμυγδαλιά που βρισκόταν στην αυλή.
— Βλέπετε αυτό το δέντρο;
— Ναι.
— Ξέρετε γιατί το αγαπώ;
Κανείς δεν ήξερε.
— Γιατί ανθίζει πρώτο.
Πολλές φορές ακόμη και όταν κάνει κρύο.
Τολμά να ανθίσει πριν από όλα τα άλλα δέντρα.
Γι' αυτό μου θυμίζει την αλήθεια.
Η αλήθεια θέλει τόλμη.
Θέλει δύναμη.
Θέλει καθαρή καρδιά.
Καθίσαμε ξανά γύρω της.
Τότε η γιαγιά άρχισε να μας διηγείται μια ιστορία από τότε που ήταν μικρό κορίτσι.
— Μια μέρα έσπασα κατά λάθος ένα όμορφο πήλινο βάζο της μητέρας μου.
Το βάζο έγινε κομμάτια.
Φοβήθηκα πολύ.
Προσπάθησα να σκεφτώ μια δικαιολογία.
Να πω ότι έπεσε μόνο του.
Να πω ότι το έσπασε η γάτα.
Να πω οτιδήποτε.
— Και τι έκανες; τη ρώτησα.
— Στην αρχή έκλαψα.
Μετά όμως πήγα στη μητέρα μου και της είπα την αλήθεια.
Της είπα:
«Μαμά, εγώ το έσπασα.»
— Και σε μάλωσε;
Η γιαγιά χαμογέλασε.
— Όχι.
Με αγκάλιασε.
Μου είπε ότι στενοχωρήθηκε για το βάζο αλλά χάρηκε που είπα την αλήθεια.
Εκείνη τη μέρα έμαθα κάτι σημαντικό.
Τα λάθη διορθώνονται.
Τα ψέματα όμως αφήνουν σημάδια.
Μείναμε για λίγο σκεφτικοί.
Η γιαγιά πήρε ξανά το λευκό κορδελάκι.
— Όταν λέμε την αλήθεια, η καρδιά μας μένει καθαρή.
Όπως αυτό το λευκό χρώμα.
Όταν λέμε ψέματα, η καρδιά μας βαραίνει.
Και κάθε ψέμα φέρνει συνήθως κι άλλο ψέμα.
Έπειτα μας κοίταξε έναν έναν.
— Θέλω να θυμάστε κάτι.
Η αλήθεια δεν είναι πάντα εύκολη.
Μερικές φορές φοβίζει.
Μερικές φορές πονάει.
Πάντα όμως φωτίζει τον δρόμο.
Όπως το φως φωτίζει ένα σκοτεινό δωμάτιο.
Η αδελφή μου κοίταξε το λευκό κορδελάκι.
— Δηλαδή η αλήθεια είναι σαν φως;
Η γιαγιά χαμογέλασε.
— Ακριβώς.
Και όποιος περπατά στο φως, δεν φοβάται το σκοτάδι.
Σηκώθηκε και κρέμασε το λευκό κορδελάκι πάνω στον αργαλειό.
Ήταν το πρώτο χρώμα του υφαντού.
Το πρώτο νήμα.
Η πρώτη αξία.
Και τότε καταλάβαμε πως κάθε κορδελάκι είχε κάτι σημαντικό να μας διδάξει.
Συνεχίζεται...
Όταν φτάσαμε ξανά στο μουσείο, η γιαγιά κρατούσε ήδη στα χέρια της ένα κατακόκκινο κορδελάκι.
Ήταν τόσο λαμπερό που έμοιαζε με μικρή φλόγα.
Ο ήλιος που έμπαινε από το παράθυρο έκανε το χρώμα του να φωτίζει ολόκληρο το δωμάτιο.
— Σήμερα θα μιλήσουμε για το κόκκινο, είπε.
— Το αγαπημένο μου χρώμα! φώναξε η αδελφή μου.
Η γιαγιά χαμογέλασε.
— Δεν μου κάνει εντύπωση. Το κόκκινο τραβά πάντα την προσοχή.
Είναι το χρώμα της φωτιάς.
Του ήλιου όταν δύει.
Της παπαρούνας στο χωράφι.
Της καρδιάς όταν αγαπά.
Κρατήσαμε το βλέμμα μας πάνω στο κορδελάκι.
— Ποια αξία κρύβει; ρώτησα.
Η γιαγιά το σήκωσε ψηλά.
— Περισσότερες από μία.
Κρύβει την αγάπη.
Το θάρρος.
Τη δύναμη.
Την αποφασιστικότητα.
Αλλά και μια προειδοποίηση.
— Προειδοποίηση;
— Ναι.
Όπως η φωτιά.
Η φωτιά μπορεί να ζεστάνει ένα σπίτι.
Μπορεί όμως και να το κάψει.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα δυνατά συναισθήματα.
Αν μάθουμε να τα χρησιμοποιούμε σωστά, γίνονται δύναμη.
Αν όχι, γίνονται πρόβλημα.
Κάθισε δίπλα μας και άρχισε να διηγείται μια ιστορία.
— Όταν ήμουν μικρή, υπήρχε ένα αγόρι στο σχολείο που όλοι φοβόντουσαν.
Ήταν μεγαλύτερος από τους υπόλοιπους και συχνά πείραζε τα μικρότερα παιδιά.
Κανείς δεν του μιλούσε.
Κανείς δεν τον σταματούσε.
Μια μέρα όμως είδα να κοροϊδεύει μια μικρή μαθήτρια.
Το κορίτσι έκλαιγε.
Όλοι κοιτούσαν.
Κανείς δεν έκανε τίποτα.
— Εσύ τι έκανες; ρώτησα.
Η γιαγιά χαμογέλασε.
— Φοβόμουν πολύ.
Τα πόδια μου έτρεμαν.
Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.
Όμως πλησίασα.
Και του είπα να σταματήσει.
— Και σε άκουσε;
— Όχι αμέσως.
Αλλά κατάλαβε ότι δεν φοβόμουν πια.
Και τελικά έφυγε.
Η γιαγιά ακούμπησε απαλά το κορδελάκι πάνω στα γόνατά της.
— Αυτό είναι το θάρρος.
Όχι να μη φοβάσαι.
Όλοι φοβούνται κάποτε.
Θάρρος είναι να κάνεις το σωστό ακόμη και όταν φοβάσαι.
Σκεφτήκαμε τα λόγια της.
Ποτέ δεν το είχαμε δει έτσι.
— Και η αγάπη; ρώτησε η αδελφή μου.
— Η αγάπη είναι επίσης κόκκινη.
Όχι μόνο η αγάπη των παραμυθιών.
Η αγάπη για την οικογένεια.
Για τους φίλους.
Για τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη.
Η αγάπη που σε κάνει να μοιράζεσαι.
Να βοηθάς.
Να νοιάζεσαι.
Η γιαγιά έδειξε την καρδιά της.
— Η καρδιά δεν χτυπά μόνο για εμάς.
Χτυπά και για όσους αγαπάμε.
Γι' αυτό η αγάπη κάνει τους ανθρώπους πιο δυνατούς.
Πιο γενναίους.
Πιο καλούς.
Έπειτα σηκώθηκε.
Πλησίασε τον αργαλειό.
Δίπλα στο λευκό κορδελάκι της αλήθειας κρέμασε το κόκκινο.
Τα δύο χρώματα έδειχναν όμορφα μαζί.
— Βλέπετε;
είπε.
Η αλήθεια και η αγάπη είναι καλύτερες όταν βρίσκονται δίπλα δίπλα.
Η μία συμπληρώνει την άλλη.
Χωρίς αλήθεια η αγάπη γίνεται αδύναμη.
Χωρίς αγάπη η αλήθεια γίνεται σκληρή.
Μείναμε να κοιτάζουμε τα δύο κορδελάκια που κρέμονταν στον αργαλειό.
Το λευκό.
Το κόκκινο.
Η αλήθεια.
Η αγάπη.
Και τότε αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε πως το υφαντό της ζωής δεν φτιάχνεται από ένα μόνο χρώμα.
Χρειάζεται πολλά.
Χρειάζεται όλες τις αξίες μαζί.
Συνεχίζεται...
Το επόμενο πρωί βρήκαμε τη γιαγιά να κοιτάζει από το παράθυρο του μουσείου.
Ο ουρανός ήταν καταγάλανος.
Ούτε ένα σύννεφο δεν φαινόταν.
Η θάλασσα στο βάθος έλαμπε κάτω από τον ήλιο.
Στα χέρια της κρατούσε ένα γαλάζιο κορδελάκι.
— Σήμερα θα ταξιδέψουμε πολύ μακριά, είπε χαμογελώντας.
— Πού; ρωτήσαμε με ενθουσιασμό.
— Στον κόσμο των ονείρων.
Καθίσαμε αμέσως γύρω της.
Η γιαγιά άφησε το κορδελάκι να γλιστρήσει ανάμεσα στα δάχτυλά της.
— Το γαλάζιο είναι το χρώμα του ουρανού.
Το χρώμα της θάλασσας.
Το χρώμα της ελευθερίας.
Κοίταξε έξω από το παράθυρο.
— Έχετε προσέξει ποτέ ότι ο ουρανός δεν έχει σύνορα;
Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας.
Δεν το είχαμε σκεφτεί ποτέ.
— Μπορείς να τον κοιτάζεις ώρες ολόκληρες και να μη βρίσκεις το τέλος του.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα όνειρα.
Τα όνειρα δεν έχουν όρια.
Δεν έχουν φράχτες.
Δεν έχουν κλειδωμένες πόρτες.
— Δηλαδή μπορούμε να ονειρευόμαστε ό,τι θέλουμε;
ρώτησε η αδελφή μου.
— Ακριβώς.
Τα όνειρα είναι τα φτερά της ψυχής.
Η γιαγιά χαμογέλασε και άρχισε να διηγείται μια ιστορία.
— Όταν ήμουν μικρή, το χωριό ήταν πολύ διαφορετικό.
Δεν υπήρχαν υπολογιστές.
Δεν υπήρχαν κινητά.
Πολλά παιδιά δεν είχαν καν βιβλία.
Όμως εγώ είχα ένα μεγάλο όνειρο.
Ήθελα να μάθω.
Ήθελα να διαβάζω.
Ήθελα να γνωρίσω τον κόσμο.
— Και τα κατάφερες;
— Ναι.
Όχι αμέσως.
Χρειάστηκε προσπάθεια.
Χρειάστηκε υπομονή.
Αλλά δεν εγκατέλειψα ποτέ το όνειρό μου.
Η γιαγιά σήκωσε το γαλάζιο κορδελάκι.
— Τα όνειρα είναι σαν τα καράβια.
Αν μείνουν για πάντα στο λιμάνι, δεν θα ταξιδέψουν ποτέ.
Πρέπει να ανοίξουν πανιά.
Πρέπει να τολμήσουν.
Πρέπει να φύγουν προς το άγνωστο.
Σκεφτήκαμε τα λόγια της.
— Κι αν αποτύχουμε;
ρώτησα.
Η γιαγιά γέλασε απαλά.
— Όλοι αποτυγχάνουμε κάποιες φορές.
Αλλά κάθε αποτυχία μάς διδάσκει κάτι.
Η πραγματική αποτυχία είναι να σταματήσεις να ονειρεύεσαι.
Έξω πέρασε ένα πουλί πετώντας.
Η γιαγιά το έδειξε.
— Βλέπετε εκείνο το χελιδόνι;
Αν φοβόταν να ανοίξει τα φτερά του, δεν θα πετούσε ποτέ.
Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους.
Χρειαζόμαστε όνειρα για να προχωράμε μπροστά.
Χωρίς όνειρα η ζωή μένει ακίνητη.
Σηκώθηκε και πλησίασε τον αργαλειό.
Κρέμασε το γαλάζιο κορδελάκι δίπλα στο λευκό και στο κόκκινο.
Τώρα τρία χρώματα στόλιζαν το υφαντό.
Η αλήθεια.
Η αγάπη.
Τα όνειρα.
— Να θυμάστε πάντα κάτι, είπε.
Κανείς δεν είναι πολύ μικρός για να ονειρεύεται.
Και κανείς δεν είναι πολύ μεγάλος για να συνεχίζει να ονειρεύεται.
Κοιτάξαμε το γαλάζιο κορδελάκι.
Έμοιαζε με ένα μικρό κομμάτι ουρανού.
Και για μια στιγμή νιώσαμε πως όλα ήταν δυνατά..
Συνεχίζεται...
Την επόμενη ημέρα η γιαγιά μας περίμενε ήδη δίπλα στον αργαλειό.
Στα χέρια της κρατούσε ένα σκούρο μπλε κορδελάκι.
Ήταν διαφορετικό από το γαλάζιο της προηγούμενης ημέρας.
Πιο βαθύ.
Πιο ήρεμο.
Πιο σοβαρό.
— Σήμερα θα μιλήσουμε για μία από τις πιο σημαντικές αξίες της ζωής, είπε.
— Ποια είναι; ρωτήσαμε.
— Η εμπιστοσύνη.
Καθίσαμε γύρω της.
Η γιαγιά άφησε το κορδελάκι πάνω στο τραπέζι.
— Πείτε μου κάτι.
Πώς νιώθετε όταν κρατάτε το χέρι της μαμάς ή του μπαμπά σας;
— Ασφάλεια, απάντησε η αδελφή μου.
— Ακριβώς.
Αυτό είναι η εμπιστοσύνη.
Να ξέρεις πως κάποιος θα είναι δίπλα σου.
Να ξέρεις πως μπορείς να στηριχτείς πάνω του.
Η γιαγιά έδειξε τον αργαλειό.
— Βλέπετε αυτά τα ξύλα;
Αν ένα από αυτά σπάσει, όλο το υφαντό δυσκολεύεται.
Το ίδιο συμβαίνει και στις σχέσεις των ανθρώπων.
Η εμπιστοσύνη είναι το στήριγμά τους.
Έπειτα άρχισε να μας διηγείται μια ιστορία.
— Όταν ήμουν μικρή είχα μια φίλη που λεγόταν Ελένη.
Πηγαίναμε μαζί σχολείο.
Παίζαμε μαζί.
Μοιραζόμασταν τα πάντα.
Μια μέρα της είπα ένα μυστικό.
Ήταν κάτι πολύ προσωπικό.
Δεν ήθελα να το μάθει κανείς άλλος.
— Και το κράτησε;
ρώτησα.
Η γιαγιά χαμογέλασε.
— Το κράτησε.
Πέρασαν χρόνια και ποτέ δεν το αποκάλυψε.
Τότε κατάλαβα τι σημαίνει αληθινός φίλος.
Αληθινός φίλος είναι εκείνος που φυλάει την εμπιστοσύνη σου σαν θησαυρό.
Σκεφτήκαμε για λίγο.
— Και αν κάποιος προδώσει την εμπιστοσύνη μας;
ρώτησε η αδελφή μου.
Η γιαγιά πήρε ένα μικρό κομμάτι χαρτί.
Το τσαλάκωσε.
Το άνοιξε ξανά.
— Βλέπετε;
Οι ζάρες έμειναν.
Έτσι είναι και η εμπιστοσύνη.
Μπορεί να ξαναχτιστεί.
Αλλά χρειάζεται χρόνο.
Γι' αυτό πρέπει να την προσέχουμε.
Η γιαγιά σηκώθηκε.
Πήγε στο παράθυρο.
Κοίταξε τον ουρανό.
— Ξέρετε γιατί διάλεξα το μπλε για την εμπιστοσύνη;
Κουνήσαμε αρνητικά το κεφάλι.
— Επειδή το μπλε είναι βαθύ σαν τη θάλασσα.
Ήρεμο σαν τον ουρανό.
Σταθερό.
Όταν κοιτάζουμε έναν καθαρό ουρανό, νιώθουμε γαλήνη.
Το ίδιο συμβαίνει όταν εμπιστευόμαστε κάποιον.
Η καρδιά μας ηρεμεί.
Έπειτα πλησίασε τον αργαλειό.
Κρέμασε το μπλε κορδελάκι δίπλα στα άλλα.
Τώρα το υφαντό είχε τέσσερα χρώματα.
Το λευκό της αλήθειας.
Το κόκκινο της αγάπης.
Το γαλάζιο των ονείρων.
Το μπλε της εμπιστοσύνης.
Τα κοιτάξαμε όλα μαζί.
Κάθε μέρα το υφαντό γινόταν πιο όμορφο.
Όπως ακριβώς γίνεται πιο όμορφη η ζωή όταν γεμίζει με αξίες.
Η γιαγιά μας χαμογέλασε.
— Να θυμάστε πάντα κάτι.
Η εμπιστοσύνη δεν αγοράζεται.
Δεν χαρίζεται.
Κερδίζεται.
Και όταν την κερδίσεις, να τη φυλάς σαν τον πιο πολύτιμο θησαυρό.
Συνεχίζεται...
Την επόμενη μέρα βρήκαμε τη γιαγιά να κάθεται δίπλα στο παράθυρο.
Στα χέρια της κρατούσε ένα λιλά κορδελάκι.
Το χρώμα του ήταν απαλό και γλυκό.
Έμοιαζε με τα λουλούδια της λεβάντας που άνθιζαν στον κήπο της.
— Σήμερα θα μιλήσουμε για τη φαντασία, είπε.
— Δηλαδή για τα παραμύθια; ρώτησα.
— Και για τα παραμύθια.
Και για πολλά περισσότερα.
Η φαντασία είναι ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που έχει ο άνθρωπος.
Καθίσαμε γύρω της.
Η γιαγιά κράτησε το κορδελάκι μπροστά στο φως.
— Πείτε μου.
Έχετε κοιτάξει ποτέ τα σύννεφα;
— Ναι.
— Και τι βλέπετε;
— Σχήματα!
— Ζώα!
— Κάστρα!
— Δράκους!
Η γιαγιά γέλασε.
— Ακριβώς.
Τα σύννεφα είναι απλώς σύννεφα.
Η φαντασία όμως τα μεταμορφώνει σε ολόκληρους κόσμους.
Σηκώθηκε και περπάτησε αργά μέσα στο μουσείο.
— Όλα όσα βλέπετε γύρω σας ξεκίνησαν κάποτε ως μια ιδέα.
Κάποιος φαντάστηκε έναν αργαλειό.
Κάποιος φαντάστηκε ένα σπίτι.
Κάποιος φαντάστηκε ένα βιβλίο.
Κάθε δημιουργία γεννιέται πρώτα στη φαντασία.
Έπειτα μας διηγήθηκε μια ιστορία.
— Όταν ήμουν μικρή, δεν είχα πολλά παιχνίδια.
Έπαιρνα όμως ένα ξύλο και το έκανα σπαθί.
Ένα κουτί και το έκανα καράβι.
Μια κουβέρτα και την έκανα κάστρο.
Η φαντασία μου γέμιζε τον κόσμο με περιπέτειες.
— Δηλαδή δεν βαριόσουν ποτέ;
ρώτησα.
— Σχεδόν ποτέ.
Γιατί η φαντασία βρίσκει πάντα κάτι καινούργιο.
Η γιαγιά άνοιξε ένα παλιό βιβλίο που βρισκόταν πάνω σε ένα ράφι.
— Ξέρετε γιατί αγαπώ τόσο πολύ τα βιβλία;
— Γιατί έχουν ιστορίες;
— Ναι.
Κάθε βιβλίο είναι μια πόρτα.
Μια πόρτα που οδηγεί σε μέρη που ίσως δεν θα επισκεφθούμε ποτέ.
Σε ανθρώπους που ίσως δεν γνωρίσουμε ποτέ.
Σε κόσμους που υπάρχουν μόνο στη φαντασία.
Έπειτα μας κοίταξε σοβαρά.
— Όμως η φαντασία δεν είναι μόνο για τα παιδιά.
Τη χρειάζονται και οι μεγάλοι.
Οι επιστήμονες.
Οι δάσκαλοι.
Οι καλλιτέχνες.
Οι εφευρέτες.
Όλοι.
Γιατί χωρίς φαντασία δεν υπάρχει πρόοδος.
Δεν υπάρχουν όνειρα.
Δεν υπάρχουν νέες ιδέες.
Σηκώθηκε και πλησίασε τον αργαλειό.
Κρέμασε το λιλά κορδελάκι δίπλα στα υπόλοιπα.
Τώρα το υφαντό είχε πέντε χρώματα.
Το λευκό της αλήθειας.
Το κόκκινο της αγάπης.
Το γαλάζιο των ονείρων.
Το μπλε της εμπιστοσύνης.
Το λιλά της φαντασίας.
Η γιαγιά τα κοίταξε με ικανοποίηση.
— Βλέπετε πόσο όμορφα δένουν μεταξύ τους;
Έτσι συμβαίνει και με τις αξίες.
Καμία δεν είναι αρκετή μόνη της.
Όλες μαζί κάνουν τη ζωή πιο όμορφη.
Έξω φύσηξε ένα απαλό αεράκι.
Τα φύλλα των δέντρων θρόισαν.
Η γιαγιά χαμογέλασε.
— Να θυμάστε πάντα κάτι.
Η φαντασία είναι το παράθυρο από το οποίο κοιτάζουν τα όνειρα τον κόσμο.
Και όσο κρατάτε αυτό το παράθυρο ανοιχτό, η ζωή θα είναι πάντα γεμάτη χρώματα.
Συνεχίζεται...
Το επόμενο πρωί η γιαγιά μας περίμενε στην αυλή του μουσείου.
Δεν κρατούσε κάποιο πολύχρωμο κορδελάκι όπως τις άλλες φορές.
Στα χέρια της είχε μια χούφτα χώμα.
— Σήμερα το μάθημά μας θα αρχίσει έξω, είπε.
Πλησιάσαμε με περιέργεια.
Το χώμα μύριζε όμορφα.
Μύριζε βροχή.
Μύριζε φύση.
Μύριζε ζωή.
Η γιαγιά άφησε το χώμα να πέσει σιγά σιγά από τα δάχτυλά της.
— Ξέρετε ποιο χρώμα κρύβεται εδώ;
— Το καφέ! απαντήσαμε αμέσως.
— Σωστά.
Και ξέρετε ποια αξία κρύβεται μέσα στο καφέ;
Δεν γνωρίζαμε.
Η γιαγιά χαμογέλασε.
— Η υπομονή.
Η σταθερότητα.
Η επιμονή.
Μας οδήγησε μέχρι ένα μικρό περιβόλι.
Εκεί υπήρχαν ντοματιές, πιπεριές και λουλούδια.
— Πείτε μου.
Αν φυτέψω σήμερα έναν σπόρο, θα γίνει αύριο δέντρο;
— Όχι.
— Αν τον κοιτάζω κάθε ώρα;
— Όχι.
— Αν του φωνάζω να μεγαλώσει;
Γελάσαμε.
— Πάλι όχι.
Η γιαγιά γέλασε μαζί μας.
— Ακριβώς.
Τα πιο όμορφα πράγματα στη ζωή χρειάζονται χρόνο.
Ο σπόρος χρειάζεται χρόνο.
Το δέντρο χρειάζεται χρόνο.
Η γνώση χρειάζεται χρόνο.
Η φιλία χρειάζεται χρόνο.
Ακόμη και η αγάπη χρειάζεται χρόνο για να μεγαλώσει.
Καθίσαμε κάτω από μια ελιά.
Ήταν πολύ παλιά.
Ο κορμός της ήταν χοντρός και γεμάτος σημάδια.
— Βλέπετε αυτή την ελιά;
Μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εκατό χρόνια.
Δεν μεγάλωσε σε μία μέρα.
Χρειάστηκε υπομονή.
Χρειάστηκε ήλιο.
Χρειάστηκε βροχή.
Χρειάστηκε χρόνο.
Έπειτα η γιαγιά μας αφηγήθηκε μια ιστορία.
— Όταν ήμουν μικρή, φύτεψα ένα μικρό δεντράκι.
Κάθε μέρα έτρεχα να δω αν μεγάλωσε.
Κάθε μέρα απογοητευόμουν γιατί δεν έβλεπα διαφορά.
Πέρασαν μήνες.
Μετά χρόνια.
Και μια μέρα συνειδητοποίησα πως είχε γίνει μεγάλο δέντρο.
Τότε κατάλαβα κάτι σημαντικό.
Οι μεγάλες αλλαγές γίνονται αργά.
Τόσο αργά που πολλές φορές δεν τις προσέχουμε.
Μείναμε σιωπηλοί.
Σκεφτόμασταν τα λόγια της.
Πόσες φορές είχαμε βιαστεί;
Πόσες φορές θέλαμε όλα να γίνουν αμέσως;
Η γιαγιά πήρε τότε ένα καφέ κορδελάκι από το πανέρι.
Το χρώμα του έμοιαζε με το χώμα του κήπου.
— Το καφέ μάς θυμίζει πως πρέπει να έχουμε ρίζες.
Να πατάμε γερά στη γη.
Να μην εγκαταλείπουμε όταν δυσκολευόμαστε.
Να συνεχίζουμε ακόμη κι όταν δεν βλέπουμε αμέσως αποτέλεσμα.
Σηκώθηκε και πλησίασε τον αργαλειό.
Κρέμασε το καφέ κορδελάκι δίπλα στα υπόλοιπα.
Το υφαντό μεγάλωνε.
Και μαζί του μεγάλωναν και τα μαθήματα της ζωής.
Η γιαγιά κοίταξε τα χρώματα και είπε:
— Όποιος έχει υπομονή, μπορεί να πετύχει πράγματα που οι ανυπόμονοι δεν θα γνωρίσουν ποτέ.
Και τότε κοιτάξαμε ξανά την παλιά ελιά.
Τώρα δεν βλέπαμε απλώς ένα δέντρο.
Βλέπαμε εκατό χρόνια υπομονής.
Συνεχίζεται...
Την επόμενη μέρα η γιαγιά μάς περίμενε στον κήπο.
Στα χέρια της κρατούσε ένα πράσινο κορδελάκι.
Γύρω μας υπήρχαν δέντρα, λουλούδια και φυτά κάθε είδους.
Παντού έβλεπες πράσινο.
— Σήμερα θα μιλήσουμε για την ελπίδα, είπε.
— Τι είναι η ελπίδα; ρώτησε η αδελφή μου.
Η γιαγιά χαμογέλασε.
— Είναι η φωνή που σου λέει να συνεχίσεις όταν όλα φαίνονται δύσκολα.
Καθίσαμε στη σκιά μιας λεμονιάς.
Η γιαγιά έκοψε ένα μικρό φυλλαράκι και το κράτησε στο χέρι της.
— Κοιτάξτε αυτό το φύλλο.
Πριν από λίγους μήνες δεν υπήρχε.
Ήταν κρυμμένο μέσα σε ένα μικρό μπουμπούκι.
Κανείς δεν μπορούσε να το δει.
Κανείς δεν ήξερε πώς θα γίνει.
Κι όμως μεγάλωσε.
Γιατί η φύση δεν χάνει ποτέ την ελπίδα της.
Σηκώθηκε και μας έδειξε ένα παλιό δέντρο.
Ένα κλαδί του είχε σπάσει από μια καταιγίδα.
Όμως δίπλα στο σπασμένο σημείο είχαν φυτρώσει καινούργια βλαστάρια.
— Βλέπετε;
Η ζωή πάντα προσπαθεί να ξαναρχίσει.
Αυτό είναι η ελπίδα.
Να πιστεύεις πως αύριο μπορεί να είναι καλύτερα από σήμερα.
Έπειτα άρχισε να μας αφηγείται μια ιστορία.
— Πριν πολλά χρόνια, ένας αγρότης του χωριού έχασε σχεδόν όλη τη σοδειά του από μια μεγάλη χαλαζόπτωση.
Οι άνθρωποι τον λυπήθηκαν.
Πίστευαν πως δεν θα ξαναφυτέψει.
Εκείνος όμως δεν τα παράτησε.
Την επόμενη χρονιά ξαναδούλεψε τα χωράφια του.
Ξαναφύτεψε.
Ξαναπροσπάθησε.
Και η σοδειά του ήταν καλύτερη από ποτέ.
— Δηλαδή δεν τα παράτησε;
ρώτησα.
— Όχι.
Γιατί είχε ελπίδα.
Η ελπίδα δεν είναι να κάθεσαι και να περιμένεις.
Η ελπίδα είναι να συνεχίζεις να προσπαθείς.
Η γιαγιά κοίταξε τον ουρανό.
— Όταν βρέχει για πολλές μέρες, τι περιμένουμε;
— Να βγει ο ήλιος.
— Όταν είναι νύχτα;
— Να ξημερώσει.
— Αυτό είναι η ελπίδα.
Να πιστεύεις πως μετά το σκοτάδι έρχεται το φως.
Έπειτα πήρε το πράσινο κορδελάκι.
— Γι' αυτό το πράσινο είναι το χρώμα της ελπίδας.
Είναι το χρώμα των νέων φύλλων.
Της άνοιξης.
Της αναγέννησης.
Των νέων αρχών.
Πλησίασε τον αργαλειό.
Κρέμασε το πράσινο κορδελάκι δίπλα στα υπόλοιπα.
Το υφαντό είχε γίνει ακόμη πιο όμορφο.
Το λευκό της αλήθειας.
Το κόκκινο της αγάπης.
Το γαλάζιο των ονείρων.
Το μπλε της εμπιστοσύνης.
Το λιλά της φαντασίας.
Το καφέ της υπομονής.
Και τώρα το πράσινο της ελπίδας.
Η γιαγιά χαμογέλασε.
— Να θυμάστε κάτι.
Όσο υπάρχει ελπίδα, υπάρχει δρόμος.
Και όσο υπάρχει δρόμος, αξίζει να συνεχίζουμε να περπατάμε.
Κοιτάξαμε γύρω μας τα δέντρα και τα λουλούδια.
Και για πρώτη φορά καταλάβαμε ότι ολόκληρη η φύση μάς μιλούσε για την ελπίδα.
Απλώς μέχρι τότε δεν είχαμε μάθει να την ακούμε.
Συνεχίζεται...
Εκείνο το πρωινό ο ήλιος έλαμπε περισσότερο από κάθε άλλη μέρα.
Οι ακτίνες του γέμιζαν τον κήπο με φως.
Τα πουλιά κελαηδούσαν.
Τα λουλούδια έμοιαζαν να χαμογελούν.
Η γιαγιά μας περίμενε κρατώντας ένα κίτρινο κορδελάκι.
Ήταν φωτεινό σαν μικρός ήλιος.
— Σήμερα θα μιλήσουμε για τη χαρά, είπε.
Καθίσαμε δίπλα της.
Η γιαγιά σήκωσε το κορδελάκι προς το φως.
— Τι σας θυμίζει αυτό το χρώμα;
— Τον ήλιο!
— Τα ηλιοτρόπια!
— Το καλοκαίρι!
Η γιαγιά χαμογέλασε.
— Πολύ σωστά.
Το κίτρινο είναι το χρώμα του φωτός.
Της αισιοδοξίας.
Της καλής διάθεσης.
Του γέλιου.
Των όμορφων στιγμών.
Περπάτησε λίγο μέσα στον κήπο.
Έκοψε ένα μικρό ηλιοτρόπιο και μας το έδειξε.
— Ξέρετε γιατί μου αρέσουν τόσο πολύ τα ηλιοτρόπια;
Κουνήσαμε αρνητικά το κεφάλι.
— Γιατί πάντα κοιτάζουν προς το φως.
Ακόμη και όταν ο ήλιος κινείται, εκείνα προσπαθούν να τον ακολουθήσουν.
Οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν το ίδιο.
Να αναζητούν το φως στις δυσκολίες.
Να αναζητούν τους λόγους για να χαμογελούν.
Η γιαγιά κάθισε δίπλα μας.
— Κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν ότι η χαρά βρίσκεται μόνο στα μεγάλα πράγματα.
Στα ακριβά δώρα.
Στα πολλά χρήματα.
Στις μεγάλες επιτυχίες.
Όμως κάνουν λάθος.
Η αληθινή χαρά κρύβεται συνήθως στα μικρά πράγματα.
— Δηλαδή;
ρώτησα.
— Σε μια αγκαλιά.
Σε ένα χαμόγελο.
Σε έναν καλό φίλο.
Σε μια βόλτα στη φύση.
Σε ένα βιβλίο.
Σε μια όμορφη κουβέντα.
Μας κοίταξε και χαμογέλασε.
— Ακόμη και σε ένα πρωινό σαν αυτό.
Έπειτα μας αφηγήθηκε μια ιστορία.
— Όταν ήμουν μικρή, δεν είχα πολλά παιχνίδια.
Μια μέρα ο πατέρας μου μού έφτιαξε μια κούκλα από πανί.
Δεν κόστιζε σχεδόν τίποτα.
Κι όμως ήταν το πιο όμορφο δώρο που είχα πάρει ποτέ.
Όχι επειδή ήταν ακριβό.
Αλλά επειδή ήταν φτιαγμένο με αγάπη.
Τότε κατάλαβα πως η χαρά δεν μετριέται με χρήματα.
Μετριέται με την καρδιά.
Σιωπήσαμε για λίγο.
Σκεφτόμασταν όλες τις στιγμές που μας είχαν κάνει πραγματικά χαρούμενους.
Καμία από αυτές δεν είχε σχέση με χρήματα.
Η γιαγιά πήρε το κίτρινο κορδελάκι.
— Η χαρά είναι σαν τον ήλιο.
Όταν τη μοιράζεσαι, φωτίζει και τους άλλους.
Όταν χαμογελάς σε κάποιον, του χαρίζεις λίγο φως.
Και πολλές φορές αυτό το φως είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται.
Σηκώθηκε και πλησίασε τον αργαλειό.
Κρέμασε το κίτρινο κορδελάκι δίπλα στα υπόλοιπα.
Το υφαντό έλαμπε τώρα ακόμη περισσότερο.
Σαν να είχε αποκτήσει τον δικό του ήλιο.
Η γιαγιά το κοίταξε με καμάρι.
— Να θυμάστε πάντα κάτι.
Η χαρά δεν βρίσκεται στο τέλος του δρόμου.
Βρίσκεται σε κάθε βήμα του.
Αρκεί να μάθουμε να την βλέπουμε.
Και εκείνη τη στιγμή, κοιτάζοντας το φωτεινό κίτρινο κορδελάκι, νιώσαμε πως είχε δίκιο.
Συνεχίζεται...
Έφτασε η τελευταία ημέρα των συναντήσεών μας με τη γιαγιά στο μουσείο.
Όταν μπήκαμε μέσα, ο αργαλειός ήταν στολισμένος με όλα τα χρώματα που είχαμε γνωρίσει.
Το λευκό της αλήθειας.
Το κόκκινο της αγάπης.
Το γαλάζιο των ονείρων.
Το μπλε της εμπιστοσύνης.
Το λιλά της φαντασίας.
Το καφέ της υπομονής.
Το πράσινο της ελπίδας.
Το κίτρινο της χαράς.
Όμως έλειπε ακόμη ένα χρώμα.
Η γιαγιά στεκόταν δίπλα στον αργαλειό κρατώντας ένα μαύρο κορδελάκι.
Το πρόσωπό της ήταν πιο σοβαρό από τις άλλες φορές.
Καθίσαμε γύρω της χωρίς να μιλήσουμε.
Για λίγο επικράτησε σιωπή.
Ύστερα η γιαγιά άρχισε να μιλά.
— Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αγαπούν το μαύρο χρώμα.
Τους θυμίζει λύπη.
Σκοτάδι.
Απώλεια.
Όμως κάθε χρώμα έχει περισσότερες από μία ιστορίες να πει.
Σήκωσε το κορδελάκι ψηλά.
— Για μένα το μαύρο συμβολίζει τον σεβασμό.
Τον σεβασμό προς τους ανθρώπους.
Τη φύση.
Τους γονείς.
Τους δασκάλους.
Τον εαυτό μας.
Τις διαφορές μας.
Τη ζωή την ίδια.
Μας κοίταξε προσεκτικά.
— Ξέρετε τι συμβαίνει όταν λείπει ο σεβασμός;
Κανείς δεν απάντησε.
— Τότε αρχίζουν τα προβλήματα.
Οι φίλοι μαλώνουν.
Οι οικογένειες πληγώνονται.
Οι άνθρωποι σταματούν να ακούν ο ένας τον άλλον.
Ο κόσμος γίνεται πιο φτωχός.
Όχι σε χρήματα.
Σε καρδιά.
Η γιαγιά κάθισε δίπλα μας.
— Όταν ήμουν μικρή, ο παππούς μου έλεγε κάτι που δεν ξέχασα ποτέ.
"Να φέρεσαι στους άλλους όπως θα ήθελες να φέρονται σε εσένα."
Χρειάστηκαν χρόνια για να καταλάβω πόσο σοφή ήταν αυτή η συμβουλή.
Έπειτα χαμογέλασε.
— Ο σεβασμός δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε πάντα με όλους.
Σημαίνει ότι ακόμη κι όταν διαφωνούμε, φερόμαστε με καλοσύνη και αξιοπρέπεια.
Σηκώθηκε αργά.
Πλησίασε τον αργαλειό.
Και κρέμασε το τελευταίο κορδελάκι.
Το μαύρο του σεβασμού.
Τώρα το υφαντό ήταν ολοκληρωμένο.
Όλα τα χρώματα βρίσκονταν στη θέση τους.
Όλες οι αξίες ήταν εκεί.
Η γιαγιά το κοίταξε για αρκετή ώρα.
Έπειτα πήρε ένα απλό κουβάρι κλωστής.
— Θυμάστε την πρώτη μου ερώτηση;
ρώτησε.
— Ποια;
— Ποιο είναι το νήμα που ενώνει όλα τα χρώματα;
Χαμογελάσαμε.
Τώρα ξέραμε την απάντηση.
— Η αγάπη!
φωνάξαμε όλοι μαζί.
Τα μάτια της γιαγιάς γέμισαν χαρά.
— Μπράβο.
Η αγάπη είναι το νήμα που κρατά ενωμένες όλες τις αξίες.
Χωρίς αυτήν, τα χρώματα μένουν ξεχωριστά.
Με αυτήν, γίνονται ένα όμορφο υφαντό.
Όπως οι άνθρωποι.
Έξω ο ήλιος άρχιζε να δύει.
Οι τελευταίες χρυσές ακτίνες φώτιζαν τον αργαλειό.
Τα κορδελάκια έλαμπαν σαν πολύτιμα πετράδια.
Κανείς μας δεν μιλούσε.
Όλοι κοιτούσαμε το υφαντό.
Και όλοι καταλαβαίναμε ότι η γιαγιά δεν μας είχε μάθει απλώς τα χρώματα.
Μας είχε μάθει πώς να ζούμε.
Πώς να αγαπάμε.
Πώς να ονειρευόμαστε.
Πώς να σεβόμαστε.
Πώς να γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι.
Καθώς φεύγαμε από το μουσείο, γύρισα για μια τελευταία ματιά.
Ο παλιός αργαλειός στεκόταν ήσυχος στη θέση του.
Μα τώρα δεν έβλεπα απλώς ένα παλιό εργαλείο.
Έβλεπα ένα ολόκληρο μάθημα ζωής.
Και τότε κατάλαβα κάτι που θα θυμάμαι για πάντα.
Οι αξίες είναι τα χρώματα της ζωής.
Η αγάπη είναι το νήμα που τα ενώνει όλα.
Χρόνια αργότερα, κάθε φορά που βλέπω ένα χρώμα, θυμάμαι τη γιαγιά.
Το λευκό μού θυμίζει την αλήθεια.
Το κόκκινο την αγάπη.
Το γαλάζιο τα όνειρα.
Το μπλε την εμπιστοσύνη.
Το λιλά τη φαντασία.
Το καφέ την υπομονή.
Το πράσινο την ελπίδα.
Το κίτρινο τη χαρά.
Το μαύρο τον σεβασμό.
Και τότε χαμογελώ.
Γιατί ξέρω πως όσο κρατάμε αυτές τις αξίες μέσα στην καρδιά μας, το υφαντό της ζωής μας θα γίνεται κάθε μέρα πιο όμορφο.
Τέλος 🌈📖❤️