Το \(Q_1\) είναι η διάμεσος του πρώτου μισού των ταξινομημένων δεδομένων.
Χωρίζει περίπου το κατώτερο \(25\%\) των δεδομένων από τα υπόλοιπα.
Το δεύτερο τεταρτημόριο βρίσκεται στο κέντρο της ταξινομημένης σειράς.
Ισχύει \(Q_2=\delta\), δηλαδή είναι η διάμεσος.
Το \(Q_3\) είναι η διάμεσος του δεύτερου μισού των ταξινομημένων δεδομένων.
Περίπου το \(75\%\) των δεδομένων βρίσκεται μέχρι το \(Q_3\).
Τα τεταρτημόρια εξαρτώνται από τη θέση των παρατηρήσεων.
Πρώτα τοποθετούμε τα δεδομένα σε αύξουσα σειρά.
Η κεντρική παρατήρηση είναι το \(Q_2\).
Την εξαιρούμε και βρίσκουμε τις διαμέσους του αριστερού και του δεξιού μισού.
Τα τεταρτημόρια ακολουθούν τη διάταξη των δεδομένων.
Ισχύει \(Q_1\le Q_2\le Q_3\).
Ναι, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν επαναλαμβανόμενες παρατηρήσεις.
Είναι δυνατό να ισχύει, για παράδειγμα, \(Q_1=Q_2\).
Τα τρία τεταρτημόρια λειτουργούν ως τρία όρια θέσης.
Χωρίζουν τα δεδομένα σε τέσσερα περίπου ίσα μέρη.
Ταξινομούμε: \(2,4,6,8,10\). Επειδή το πλήθος είναι περιττό, εξαιρούμε τη διάμεσο \(Q_2=6\) και χωρίζουμε τα υπόλοιπα σε δύο μισά.
Άρα \(Q_1=3\), \(Q_2=6\), \(Q_3=9\).
Ταξινομούμε: \(1,3,5,7,9,11,13\). Επειδή το πλήθος είναι περιττό, εξαιρούμε τη διάμεσο \(Q_2=7\) και χωρίζουμε τα υπόλοιπα σε δύο μισά.
Άρα \(Q_1=3\), \(Q_2=7\), \(Q_3=11\).
Ταξινομούμε: \(4,6,8,10,12\). Επειδή το πλήθος είναι περιττό, εξαιρούμε τη διάμεσο \(Q_2=8\) και χωρίζουμε τα υπόλοιπα σε δύο μισά.
Άρα \(Q_1=5\), \(Q_2=8\), \(Q_3=11\).
Ταξινομούμε: \(3,5,5,7,9,11,13\). Επειδή το πλήθος είναι περιττό, εξαιρούμε τη διάμεσο \(Q_2=7\) και χωρίζουμε τα υπόλοιπα σε δύο μισά.
Άρα \(Q_1=5\), \(Q_2=7\), \(Q_3=11\).
Ταξινομούμε: \(-5,-3,-1,2,4\). Επειδή το πλήθος είναι περιττό, εξαιρούμε τη διάμεσο \(Q_2=-1\) και χωρίζουμε τα υπόλοιπα σε δύο μισά.
Άρα \(Q_1=-4\), \(Q_2=-1\), \(Q_3=3\).
Ταξινομούμε: \(2,4,5,7,9,10,12,14,16\). Επειδή το πλήθος είναι περιττό, εξαιρούμε τη διάμεσο \(Q_2=9\) και χωρίζουμε τα υπόλοιπα σε δύο μισά.
Άρα \(Q_1=4,5\), \(Q_2=9\), \(Q_3=13\).
Ταξινομούμε: \(12,14,16,18,20,22,24\). Επειδή το πλήθος είναι περιττό, εξαιρούμε τη διάμεσο \(Q_2=18\) και χωρίζουμε τα υπόλοιπα σε δύο μισά.
Άρα \(Q_1=14\), \(Q_2=18\), \(Q_3=22\).
Ταξινομούμε: \(0,1,1,2,3,5,8\). Επειδή το πλήθος είναι περιττό, εξαιρούμε τη διάμεσο \(Q_2=2\) και χωρίζουμε τα υπόλοιπα σε δύο μισά.
Άρα \(Q_1=1\), \(Q_2=2\), \(Q_3=5\).
Ταξινομούμε: \(2,4,6,8\). Το πλήθος είναι άρτιο, οπότε \(Q_2\) είναι το ημιάθροισμα των δύο μεσαίων τιμών.
Άρα \(Q_1=3\), \(Q_2=5\), \(Q_3=7\).
Ταξινομούμε: \(1,3,5,7,9,11\). Το πλήθος είναι άρτιο, οπότε \(Q_2\) είναι το ημιάθροισμα των δύο μεσαίων τιμών.
Άρα \(Q_1=3\), \(Q_2=6\), \(Q_3=9\).
Ταξινομούμε: \(2,4,6,8,10,12\). Το πλήθος είναι άρτιο, οπότε \(Q_2\) είναι το ημιάθροισμα των δύο μεσαίων τιμών.
Άρα \(Q_1=4\), \(Q_2=7\), \(Q_3=10\).
Ταξινομούμε: \(2,2,4,4,6,6,8,8\). Το πλήθος είναι άρτιο, οπότε \(Q_2\) είναι το ημιάθροισμα των δύο μεσαίων τιμών.
Άρα \(Q_1=3\), \(Q_2=5\), \(Q_3=7\).
Ταξινομούμε: \(-6,-4,-2,0,2,4\). Το πλήθος είναι άρτιο, οπότε \(Q_2\) είναι το ημιάθροισμα των δύο μεσαίων τιμών.
Άρα \(Q_1=-4\), \(Q_2=-1\), \(Q_3=2\).
Ταξινομούμε: \(3,5,7,9,11,13,15,17\). Το πλήθος είναι άρτιο, οπότε \(Q_2\) είναι το ημιάθροισμα των δύο μεσαίων τιμών.
Άρα \(Q_1=6\), \(Q_2=10\), \(Q_3=14\).
Ταξινομούμε: \(1,2,4,5,7,8,10,12,14,16\). Το πλήθος είναι άρτιο, οπότε \(Q_2\) είναι το ημιάθροισμα των δύο μεσαίων τιμών.
Άρα \(Q_1=4\), \(Q_2=7,5\), \(Q_3=12\).
Ταξινομούμε: \(4,6,8,10,12,14,16,18,20,22,24,26\). Το πλήθος είναι άρτιο, οπότε \(Q_2\) είναι το ημιάθροισμα των δύο μεσαίων τιμών.
Άρα \(Q_1=9\), \(Q_2=15\), \(Q_3=21\).
Χρησιμοποιούμε τον τύπο \(Q=Q_3-Q_1\).
Άρα \(Q=10-4=6\).
Χρησιμοποιούμε τον τύπο \(Q=Q_3-Q_1\).
Άρα \(Q=15-7=8\).
Χρησιμοποιούμε τον τύπο \(Q=Q_3-Q_1\).
Άρα \(Q=5--3=8\).
Χρησιμοποιούμε τον τύπο \(Q=Q_3-Q_1\).
Άρα \(Q=9-3=6\).
Χρησιμοποιούμε τον τύπο \(Q=Q_3-Q_1\).
Άρα \(Q=14-6=8\).
Χρησιμοποιούμε τον τύπο \(Q=Q_3-Q_1\).
Άρα \(Q=5-1=4\).
Χρησιμοποιούμε τον τύπο \(Q=Q_3-Q_1\).
Άρα \(Q=21-9=12\).
Χρησιμοποιούμε τον τύπο \(Q=Q_3-Q_1\).
Άρα \(Q=17,5-12,5=5\).
Από \(Q=Q_3-Q_1\) έχουμε \(9=14-Q_1\).
Άρα \(Q_1=5\).
Έχουμε \(Q_3=Q+Q_1\).
Άρα \(Q_3=13\).
Με \(5\) παρατηρήσεις, το \(Q_2\) είναι η 3η παρατήρηση.
Άρα \(x=6\).
Με \(7\) παρατηρήσεις, η 4η τιμή είναι η διάμεσος.
Άρα \(x=7\).
Η διάμεσος είναι \(\frac{6+8}{2}=7\) και δεν εξαρτάται από το \(x\), αρκεί να διατηρείται η σειρά.
Άρα \(8\le x\le12\).
Εξαιρούμε τη διάμεσο \(6\). Το πρώτο μισό είναι \(2,4\).
Χρησιμοποιούμε τις τιμές \(2\) και \(4\).
Με \(6\) παρατηρήσεις, το δεύτερο μισό είναι οι τελευταίες τρεις.
Άρα είναι \(7,9,11\).
Για το ενδοτεταρτημοριακό εύρος χρησιμοποιούμε μόνο \(Q_1,Q_3\).
Άρα \(Q=18-8=10\).
Για το Α: \(Q_A=4\). Για το Β: \(Q_B=8\).
Το σύνολο Β έχει μεγαλύτερο ενδοτεταρτημοριακό εύρος.
Μικρότερο ενδοτεταρτημοριακό εύρος σημαίνει πιο συγκεντρωμένο μεσαίο \(50\%\).
Η ομάδα με \(Q=3\) έχει μικρότερη μεταβλητότητα.
Και στις δύο ομάδες η διαφορά είναι \(6\).
Τα ενδοτεταρτημοριακά εύρη είναι ίσα.
Μεγαλύτερο \(Q\) σημαίνει μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ \(Q_1\) και \(Q_3\).
Η ομάδα Β.
Ναι, γιατί το ενδοτεταρτημοριακό εύρος περιγράφει το μεσαίο \(50\%\), ενώ το συνολικό εύρος χρησιμοποιεί μόνο τα άκρα.
Άρα μπορούν να διαφέρουν ως προς την κεντρική μεταβλητότητα.
Και στα δύο \(Q=4\).
Έχουν ίδιο ενδοτεταρτημοριακό εύρος.
Χρησιμοποιεί μόνο \(Q_1\) και \(Q_3\), δηλαδή το κεντρικό τμήμα των δεδομένων.
Γι’ αυτό είναι πιο ανθεκτικό στις ακραίες τιμές.
Το ίδιο \(Q\) δείχνει ίδιο πλάτος του μεσαίου \(50\%\), όχι ίδια θέση.
Άρα όχι.
Προσθέτουμε \(3\) σε κάθε τεταρτημόριο.
Νέα: \(Q_1=7,Q_2=10,Q_3=13\).
Αρχικά \(Q=6\) και μετά \(13-7=6\).
Παραμένει ίδιο.
Αφαιρούμε \(5\) από καθένα.
Νέα: \(3,7,12\).
Διπλασιάζουμε κάθε τεταρτημόριο.
Νέα: \(6,10,16\).
Οι αποστάσεις μεταξύ των τεταρτημορίων τριπλασιάζονται.
Το ενδοτεταρτημοριακό εύρος τριπλασιάζεται.
Η σειρά διατηρείται και κάθε τιμή γίνεται η μισή.
Κάθε τεταρτημόριο διαιρείται με \(2\).
Αρχικά \(Q=8\). Η κοινή πρόσθεση δεν αλλάζει τη διαφορά.
Το νέο \(Q\) παραμένει \(8\).
Το θετικό γινόμενο κλιμακώνει όλες τις αποστάσεις επί \(4\).
Άρα το νέο \(Q=20\).
Η διάμεσος είναι \(5\). Αριστερά: \(2,3,4\), δεξιά: \(6,7,8\).
Άρα \(Q_1=3,Q_2=5,Q_3=7\).
\(Q_1=12,5\) και \(Q_3=17,5\).
Άρα \(Q=5\).
Η διάμεσος είναι \(26\).
Άρα \(Q_1=22,Q_2=26,Q_3=30\).
\(Q_1=15\), \(Q_3=23\).
Άρα \(Q=8\).
Η διάμεσος είναι \(11\). Το πρώτο μισό είναι \(8,9,10,10\), το δεύτερο \(12,13,15,18\).
Άρα \(Q_1=9,5,Q_2=11,Q_3=14\).
Το διάστημα από \(Q_1\) έως \(Q_3\) αντιστοιχεί στο κεντρικό μισό των δεδομένων.
Περίπου το \(50\%\).
Υπολογίζουμε \(26-18\).
Άρα \(Q=8\) cm.
Μικρότερο \(Q\) σημαίνει μεγαλύτερη συγκέντρωση των κεντρικών τιμών.
Στην τάξη Β.
Με τη σχολική διαδικασία βρίσκουμε \(Q_1=3\), \(Q_2=7\), \(Q_3=11\).
Άρα \(Q=11-3=8\).
Με τη σχολική διαδικασία βρίσκουμε \(Q_1=7\), \(Q_2=11\), \(Q_3=15\).
Άρα \(Q=15-7=8\).
Χρησιμοποιούμε \(Q=Q_3-Q_1\).
Άρα \(Q=8\).
Έχουμε \(10=Q_3-7\).
Άρα \(Q_3=17\).
Η διάμεσος είναι \(4\). Αριστερά: \(1,2,3\), δεξιά: \(5,6,100\).
Άρα \(Q_1=2,Q_2=4,Q_3=6\).
Έχουμε \(Q_1=2\), \(Q_3=6\).
Άρα \(Q=4\).
Αρχικά \(Q=6\). Μετά την πρόσθεση έχουμε \(Q_1=7,Q_3=13\).
Το νέο \(Q=6\).
Ισχύει πάντα \(Q_1\le Q_2\le Q_3\).
Άρα όχι.