Γραμμική συνάρτηση έχει μορφή \(y=\alpha x+\beta\).
Άρα γραμμική είναι η \(y=3x+2\).
Έχει τη μορφή \(y=\alpha x+\beta\), με \(\alpha=-4\) και \(\beta=7\).
Άρα είναι γραμμική συνάρτηση.
Γράφεται \(y=5x+0\).
Άρα είναι γραμμική με \(\alpha=5\), \(\beta=0\).
Γράφεται \(y=0x+8\).
Άρα είναι γραμμική με \(\alpha=0\), \(\beta=8\).
Στον τύπο εμφανίζεται \(x^2\), άρα δεν έχει μορφή \(y=\alpha x+\beta\).
Επομένως δεν είναι γραμμική.
Γράφεται \(y=\frac13x-5\).
Άρα είναι γραμμική συνάρτηση.
Διαιρούμε με \(2\): \(y=3x+2\).
Άρα είναι γραμμική συνάρτηση.
Προσθέτουμε \(4\): \(y=2x+4\).
Άρα είναι γραμμική συνάρτηση.
Συγκρίνουμε με \(y=\alpha x+\beta\).
Έχουμε \(\alpha=4\), \(\beta=-3\).
Ο συντελεστής του \(x\) είναι \(-2\) και ο σταθερός όρος \(5\).
Άρα \(\alpha=-2\), \(\beta=5\).
Συγκρίνουμε με τη μορφή \(y=\alpha x+\beta\).
Άρα \(\alpha=\frac12\), \(\beta=6\).
Γράφουμε \(y=7x+0\).
Άρα \(\alpha=7\), \(\beta=0\).
Γράφουμε \(y=0x-9\).
Άρα \(\alpha=0\), \(\beta=-9\).
Γράφουμε \(y=-5x+3\).
Άρα \(\alpha=-5\), \(\beta=3\).
Διαιρούμε με \(2\): \(y=4x-3\).
Άρα \(\alpha=4\), \(\beta=-3\).
Λύνουμε ως προς \(y\): \(y=3x-2\).
Άρα \(\alpha=3\), \(\beta=-2\).
Θέτουμε \(x=4\): \(y=2\cdot4+1\).
Άρα \(y=9\).
Θέτουμε \(x=6\): \(y=18-5\).
Άρα \(y=13\).
Έχουμε \(y=-2(-3)+7=6+7\).
Άρα \(y=13\).
Αντικαθιστούμε κάθε τιμή στον τύπο.
Οι τιμές είναι \(-4,-2,1,4\).
Υπολογίζουμε διαδοχικά \(2x+3\).
Οι τιμές είναι \(-1,1,3,5,7\).
Αντικαθιστούμε στον τύπο.
Οι τιμές είναι \(4,3,2,0\).
Υπολογίζουμε \(\frac12x+2\).
Οι τιμές είναι \(2,3,4,5\).
Οι αντίστοιχες τιμές του \(y\) είναι \(4,1,-2,-5\).
Τα ζεύγη είναι \((-1,4)\), \((0,1)\), \((1,-2)\), \((2,-5)\).
Για \(x=2\), έχουμε \(y=3\cdot2+1=7\).
Άρα το σημείο \(A\) ανήκει στην ευθεία.
Για \(x=3\), ο τύπος δίνει \(y=7\).
Επειδή \(8\neq7\), το σημείο δεν ανήκει.
Για \(x=-2\), έχουμε \(y=4+1=5\).
Άρα το σημείο ανήκει.
Για \(x=0\) παίρνουμε \(3\), για \(x=1\) παίρνουμε \(5\), για \(x=2\) παίρνουμε \(7\).
Ανήκουν τα \(A\) και \(B\), όχι το \(\Gamma\).
Θέτουμε \(x=2\): \(k=4\cdot2-3\).
Άρα \(k=5\).
Έχουμε \(11=3a+2\).
Άρα \(3a=9\) και \(a=3\).
Για \(x=0\), ο τύπος δίνει \(y=-2\).
Άρα το \(O(0,0)\) δεν ανήκει.
Για \(x=0\), έχουμε \(y=-4\).
Άρα το σημείο ανήκει.
Στον άξονα \(y\) έχουμε \(x=0\). Άρα \(y=6\).
Το σημείο τομής είναι \((0,6)\).
Στον άξονα \(x\) έχουμε \(y=0\). Άρα \(2x-8=0\).
Παίρνουμε \(x=4\), άρα το σημείο είναι \((4,0)\).
Για \(x=0\), \(y=5\), άρα \((0,5)\). Για \(y=0\), \(-x+5=0\), άρα \(x=5\).
Οι τομές είναι \((0,5)\) και \((5,0)\).
Για \(x=0\), παίρνουμε \(y=12\). Για \(y=0\), \(4x+12=0\), άρα \(x=-3\).
Οι τομές είναι \((0,12)\) και \((-3,0)\).
Θέτουμε \(x=0\), οπότε \(y=0\).
Τέμνει τον άξονα \(y\) στο \(O(0,0)\).
Για \(x=0\), έχουμε \(y=-3\).
Το σημείο τομής είναι \((0,-3)\).
Στον άξονα \(y\), η τεταγμένη τομής είναι \(\beta\).
Άρα \(\beta=7\).
Θέτουμε \(x=6\), \(y=0\): \(0=-6+\beta\).
Άρα \(\beta=6\).
Η κλίση είναι ο συντελεστής του \(x\).
Άρα η κλίση είναι \(5\).
Ο συντελεστής του \(x\) είναι \(-3\).
Άρα η κλίση είναι \(-3\).
Έχουν την ίδια κλίση \(\alpha=2\).
Άρα είναι παράλληλες.
Οι κλίσεις είναι \(4\) και \(-4\), άρα διαφορετικές.
Επομένως δεν είναι παράλληλες.
Παράλληλες ευθείες έχουν ίσες κλίσεις.
Άρα \(k=3\).
Εξισώνουμε τις κλίσεις.
Άρα \(a=-2\).
Θετική κλίση σημαίνει ότι οι τιμές του \(y\) αυξάνονται όταν αυξάνεται το \(x\).
Άρα η ευθεία είναι αύξουσα.
Αρνητική κλίση σημαίνει ότι το \(y\) μειώνεται όταν αυξάνεται το \(x\).
Άρα η ευθεία είναι φθίνουσα.
Χρησιμοποιούμε \(y=\alpha x+\beta\).
Άρα \(y=3x+5\).
Έχουμε \(\alpha=-2\), \(\beta=4\).
Άρα \(y=-2x+4\).
Το σημείο \((0,-3)\) δείχνει ότι \(\beta=-3\).
Άρα \(y=5x-3\).
Η κλίση είναι \(4\) και από το σημείο \((0,6)\) έχουμε \(\beta=6\).
Άρα \(y=4x+6\).
Από \((0,2)\) παίρνουμε \(\beta=2\). Από \((1,5)\): \(5=\alpha+2\).
Άρα \(\alpha=3\) και ο τύπος είναι \(y=3x+2\).
Από \((0,-1)\), \(\beta=-1\). Από \((2,5)\): \(5=2\alpha-1\).
Άρα \(2\alpha=6\), \(\alpha=3\), επομένως \(y=3x-1\).
Αντικαθιστούμε: \(10=3\alpha+4\).
Άρα \(3\alpha=6\) και \(\alpha=2\).
Αντικαθιστούμε: \(1=-8+\beta\).
Άρα \(\beta=9\).
Λύνουμε \(3x+2=17\).
Άρα \(3x=15\) και \(x=5\).
Λύνουμε \(4x-5=19\).
Άρα \(4x=24\) και \(x=6\).
Λύνουμε \(-2x+10=4\).
Άρα \(-2x=-6\) και \(x=3\).
Έχουμε \(\frac12x+3=8\), άρα \(\frac12x=5\).
Επομένως \(x=10\).
Λύνουμε \(5x-15=0\).
Άρα \(x=3\).
Λύνουμε \(7-3x=1\).
Άρα \(-3x=-6\) και \(x=2\).
Ζητούμε την τιμή του \(x\) για την οποία \(y=13\). Άρα \(2x+5=13\).
Παίρνουμε \(2x=8\) και \(x=4\).
Μεταφέρουμε: \(-4x=12\).
Άρα \(x=-3\).
Η μεταβλητή χρέωση είναι \(2x\) και το πάγιο \(4\).
Άρα \(y=2x+4\).
Θέτουμε \(x=7\): \(y=14+4\).
Άρα το κόστος είναι \(18\) ευρώ.
Αν \(x\) είναι οι ώρες, η χρέωση είναι \(3x+6\).
Άρα \(y=3x+6\).
Λύνουμε \(3x+6=24\).
Άρα \(3x=18\) και \(x=6\) ώρες.
Στα αρχικά \(20\) L προστίθενται \(5x\) L.
Άρα \(y=5x+20\).
Λύνουμε \(5x+20=50\).
Άρα \(5x=30\) και \(x=6\) λεπτά.
Η αρχική τιμή είναι \(80\) και η μεταβολή ανά λεπτό είναι \(-4\).
Άρα \(T=80-4t\).
Λύνουμε \(80-4t=56\).
Άρα \(-4t=-24\) και \(t=6\) λεπτά.