Μάθημα 03 Μονοτονία συναρτήσεων
1. Mονοτονία
Θα δούμε πότε μια συνάρτηση είναι γνησίως αύξουσα, πότε είναι γνησίως φθίνουσα και πώς η μονοτονία μάς επιτρέπει να εξάγουμε σημαντικά συμπεράσματα χωρίς πολύπλοκους υπολογισμούς.
Η έννοια της μονοτονίας αποτελεί βασικό εργαλείο στη μελέτη συναρτήσεων, στην επίλυση εξισώσεων και ανισώσεων και στην κατανόηση της γραφικής τους παράστασης.
Γνησίως αύξουσα συνάρτηση
Η συνάρτηση \(f\) λέγεται γνησίως αύξουσα σε διάστημα \(Δ\), όταν για κάθε \(x_1 < x_2\) ισχύει \(f(x_1) < f(x_2)\).
Παράδειγμα
Απάντηση
Έστω \(x_1 < x_2\).
Επειδή \(7 > 0\), έχουμε \(7x_1 < 7x_2\), άρα \(7x_1 - 3 < 7x_2 - 3\).
Επομένως η συνάρτηση είναι γνησίως αύξουσα.
Λύση
Για \(x_1
Η συνάρτηση \(f\) λέγεται γνησίως φθίνουσα
σε διάστημα \(Δ\), όταν για κάθε
\(x_1 < x_2\) ισχύει
\(f(x_1) > f(x_2)\).
Γνησίως φθίνουσα συνάρτηση
Παράδειγμα
Απάντηση
Για \(x_1 < x_2\) και \(-2 < 0\),
έχουμε \(-2x_1 > -2x_2\), άρα \(f(x_1) > f(x_2)\).
Η συνάρτηση είναι γνησίως φθίνουσα.
Λύση
Για \(x_1
Σταθερή συνάρτηση
Η συνάρτηση \(f\) λέγεται γνησίως αύξουσα
σε διάστημα \(Δ\), όταν για κάθε
\(x_1 < x_2\) ισχύει
\(f(x_1) = f(x_2)\).
Δηλαδή, όταν υπάρχει πραγματικός αριθμός \(c\) τέτοιος ώστε \(f(x)=c\) για κάθε \(x\).
Παράδειγμα
Απάντηση
Όλες οι τιμές της συνάρτησης είναι ίσες, άρα \(f(10)=5\).
Λύση
Εφόσον η συνάρτηση είναι σταθερή, ισχύει \(f(100)=3\).
2. Συμπεράσματα μονοτονίας από γραφικές παραστάσεις
Τα συμπεράσματα για τη μονοτονία μιας συνάρτησης μπορούμε να τα εξαγάγουμε και με τη βοήθεια των βασικών γραφικών παραστάσεων και των συναρτήσεων που προκύπτουν από αυτές με γνωστούς μετασχηματισμούς.
Θεωρούμε:
\[ f(x)= \begin{cases} \dfrac{1}{|x|}, & \text{αν } x\neq 0 \\ \text{δεν ορίζεται}, & \text{αν } x=0 \end{cases} \]
και τη συνάρτηση \[ g(x)=f(x-1)= \begin{cases} \dfrac{1}{|x-1|}, & \text{αν } x\neq 1 \\ \text{δεν ορίζεται}, & \text{αν } x=1 \end{cases} \]
Από τη γραφική παράσταση της \(f\) παρατηρούμε ότι:
- η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα στο διάστημα \((-\infty,0)\),
- η \(f\) είναι γνησίως φθίνουσα στο διάστημα \((0,+\infty)\).
Η συνάρτηση \(g(x)=f(x-1)\) προκύπτει από τη \(f\) με οριζόντια μετατόπιση κατά 1 μονάδα προς τα δεξιά. Η μετατόπιση αυτή δεν αλλάζει τη μορφή της γραφικής παράστασης, αλλά μόνο τη θέση της στον άξονα \(x'x\).
Επομένως:
- η \(g\) είναι γνησίως αύξουσα στο \((-\infty,1)\),
- η \(g\) είναι γνησίως φθίνουσα στο \((1,+\infty)\).
Υπόδειξη.
Παρατηρήστε ότι h(x) = f(x + 2), όπου f(x) = 1 / |x|. Εξετάστε πώς επηρεάζει τη μονοτονία η οριζόντια μετατόπιση.
3. Επίλυση Εξισώσεων και Ανισώσεων με Μονοτονία
Στην ενότητα αυτή χρησιμοποιούμε τη μονοτονία συναρτήσεων για την επίλυση εξισώσεων και ανισώσεων, σε περιπτώσεις όπου οι συνηθισμένες αλγεβρικές μέθοδοι δεν είναι αποτελεσματικές.
Αν μια συνάρτηση είναι γνησίως μονότονη σε ένα διάστημα, τότε η εξίσωση \(f(x)=0\) έχει το πολύ μία λύση στο διάστημα αυτό.
Αν ένας αριθμός μηδενίζει τον τύπο μίας γνησίως μονότονης συνάρτησης, τότε ο αριθμός αυτός είναι μοναδικός.
Απόδειξη.
Έστω ότι η συνάρτηση \(f\) είναι γνησίως αύξουσα και έχει δύο διαφορετικές ρίζες \(r_1 < r_2\).
Από τη μονοτονία προκύπτει \(f(r_1) < f(r_2)\), δηλαδή \(0 < 0\), άτοπο.
Άρα μία γνησίως μονότονη συνάρτηση δεν μπορεί να έχει δύο διαφορετικές ρίζες.
Συνεπώς, είτε δεν έχει καμία ρίζα, είτε έχει μία και μοναδική.
Πώς σκεφτόμαστε
Δεν προσπαθούμε πρώτα να λύσουμε την εξίσωση αλγεβρικά. Δείχνουμε πρώτα ότι η συνάρτηση είναι γνησίως μονότονη, ώστε οποιαδήποτε ρίζα βρούμε να είναι αναγκαστικά μοναδική.
Παράδειγμα
Απάντηση
Θέτουμε τη συνάρτηση \(f(x) = x^5 + 2x - 3\).
Για \(x_1 < x_2\) ισχύει \(x_1^5 < x_2^5\) και \(2x_1 < 2x_2\), οπότε \(f(x_1) < f(x_2)\).
Άρα η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα και η εξίσωση έχει το πολύ μία λύση.
Επειδή \(f(1)=0\), η μοναδική λύση είναι x = 1.
Λύση
Θέτουμε \(f(x)=e^x+x-1\).
Η \(e^x\) και η \(x\) είναι γνησίως αύξουσες, άρα και η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα στο \(\mathbb{R}\).
Υπολογίζουμε \(f(0)=0\).
Επομένως η εξίσωση έχει μοναδική λύση \(x=0\).
Παράδειγμα
Απάντηση
Επειδή η \(f\) είναι γνησίως φθίνουσα, η ανίσωση είναι ισοδύναμη με \(x^2-8 > 1\).
Άρα \(x^2 > 9\), δηλαδή \(x < -3\) ή \(x > 3\).
Λύση
Η ανίσωση ισοδυναμεί με \(x^2-8 < 1\), άρα \(x^2 < 9\).
Επομένως \(-3 < x < 3\).
4. Μη σταθερή μονοτονία
Υπάρχουν συναρτήσεις που δεν είναι γνησίως αύξουσες ούτε γνησίως φθίνουσες σε όλο το πεδίο ορισμού τους, αλλά αλλάζουν μονοτονία.
- Η μελέτη γίνεται ανά διαστήματα.
- Δεν ενώνουμε διαστήματα.
Παράδειγμα
Δίνεται η συνάρτηση \( g(x)=x^2-2x+2 \).
Απάντηση
Η \(g\) είναι φθίνουσα στο \((-\infty,1]\) και αύξουσα στο \([1,+\infty)\).
Γενικά θέματα
Απάντηση
Θεωρούμε τη συνάρτηση \(h(x)=f(x)-g(x)=2e^{x-1}+2\ln x-2\), με \(x>0\).
Οι συναρτήσεις \(e^{x-1}\) και \(\ln x\) είναι γνησίως αύξουσες στο πεδίο ορισμού τους, επομένως και η \(h\), ως άθροισμα γνησίως αύξουσων συναρτήσεων, είναι γνησίως αύξουσα στο \((0,+\infty)\).
Υπολογίζουμε \(h(1)=2e^{0}+2\ln1-2=2-2=0\).
Λόγω μονοτονίας, η εξίσωση \(h(x)=0\) έχει μοναδική λύση την \(x=1\). Άρα οι γραφικές παραστάσεις των \(f\) και \(g\) τέμνονται σε ένα μόνο σημείο, το σημείο \(M(1,1)\).
Απάντηση
Θέτουμε τη συνάρτηση f(t) = t5 + t.
Για t1 < t2 ισχύει t15 < t25 και t1 < t2, άρα f(t1) < f(t2).
Επομένως η f είναι γνησίως αύξουσα στο ℝ.
Η δοσμένη εξίσωση γράφεται f(3·10x − 2) = f(2·10x − 1).
Επειδή η f είναι γνησίως αύξουσα, προκύπτει 3·10x − 2 = 2·10x − 1.
Άρα 10x = 1 και τελικά x = 0.
Απάντηση
Έστω x1 < x2, με x1, x2 > 0.
Υποθέτουμε, προς άτοπο, ότι f(x1) ≥ f(x2).
Θεωρούμε τη συνάρτηση φ(t) = t·et, η οποία είναι γνησίως αύξουσα στο ℝ.
Από την υπόθεση f(x1) ≥ f(x2) προκύπτει f(x1)·ef(x1) ≥ f(x2)·ef(x2).
Δηλαδή x1 ≥ x2, που είναι άτοπο, αφού x1 < x2.
Άρα f(x1) < f(x2) και επομένως η f είναι γνησίως αύξουσα στο (0, +∞).
Απάντηση
Επειδή η f είναι περιττή, ισχύει f(−1) = −f(1) = −1.
Για να ορίζονται οι τετραγωνικές ρίζες, πρέπει να ισχύουν ταυτόχρονα οι ανισώσεις 1 − f(x) ≥ 0 και 1 + f(x) ≥ 0.
Οι ανισώσεις αυτές ισοδυναμούν με −1 ≤ f(x) ≤ 1.
Από τα δεδομένα προκύπτει ότι για κάθε x στο [−1, 1] ισχύει −1 ≤ f(x) ≤ 1.
Επομένως το πεδίο ορισμού της παράστασης είναι [−1, 1].
Απάντηση
Διαιρούμε και τα δύο μέλη της εξίσωσης με \(5^x\) και παίρνουμε \(\left(\frac{2}{5}\right)^x+\left(\frac{3}{5}\right)^x=2\).
Η συνάρτηση \(f(x)=\left(\frac{2}{5}\right)^x+\left(\frac{3}{5}\right)^x\) είναι γνησίως φθίνουσα, επειδή είναι άθροισμα γνησίως φθινουσών εκθετικών συναρτήσεων.
Υπολογίζουμε \(f(0)=1+1=2\).
Λόγω μονοτονίας, η εξίσωση έχει μοναδική λύση την \(x=0\).
Απάντηση
Επειδή \(10=f(5)\), η εξίσωση γράφεται \(f(3+f(x^2+2x))=f(5)\).
Η \(f\) είναι γνησίως μονότονη, άρα είναι 1–1. Επομένως \(3+f(x^2+2x)=5\).
Άρα \(f(x^2+2x)=2\).
Επειδή \(2=f(3)\) και η \(f\) είναι 1–1, προκύπτει \(x^2+2x=3\).
Λύνουμε \(x^2+2x-3=0\), δηλαδή \((x-1)(x+3)=0\).
Άρα οι λύσεις της εξίσωσης είναι \(x=1\) ή \(x=-3\).
Απάντηση
Θέτουμε \(y=f(x)\). Η ανίσωση γίνεται \(y^2-12y+20>0\).
Λύνουμε τη δευτεροβάθμια ανίσωση. Η εξίσωση \(y^2-12y+20=0\) έχει ρίζες \(y=2\) και \(y=10\).
Επομένως \(y<2\) ή \(y>10\).
Δηλαδή \(f(x)<2\) ή \(f(x)>10\).
Επειδή η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα και ισχύουν \(f(3)=2\), \(f(5)=10\), προκύπτει \(x<3\) ή \(x>5\).
Λύση
Η συνάρτηση \(F(x)=e^x+x-1\) είναι γνησίως αύξουσα, επειδή είναι άθροισμα γνησίως αύξουσων συναρτήσεων.
Υπολογίζουμε \(F(0)=1+0-1=0\).
Λόγω μονοτονίας:
- για \(x>0\) ισχύει \(F(x)>0\),
- για \(x<0\) ισχύει \(F(x)<0\).
Επομένως η γραφική παράσταση της \(F\) βρίσκεται:
- πάνω από τον άξονα \(x'x\) για \(x>0\),
- κάτω από τον άξονα \(x'x\) για \(x<0\).
Απάντηση
Από τη μονοτονία της \(f\) και την ανίσωση \(f(x)\le g(x)\), εφαρμόζοντας τη \(f\) στα δύο μέλη, προκύπτει \(f(f(x))\le f(g(x))\).
Από την υπόθεση \(f(t)\le g(t)\) για κάθε \(t\), θέτοντας \(t=g(x)\), έχουμε \(f(g(x))\le g(g(x))\).
Συνδυάζοντας τις δύο ανισότητες, παίρνουμε \((f\circ f)(x)\le(g\circ g)(x)\).
Να αποδειχθεί ότι η συνάρτηση f:ℝ → ℝ, για την οποία ισχύει f3(x) + f(x) = x + 1, είναι γνησίως αύξουσα στο ℝ.
Απάντηση
Θεωρούμε τη συνάρτηση r(x) = x3 + x, η οποία είναι γνησίως αύξουσα στο ℝ.
Πράγματι, για x1 < x2 ισχύει x13 < x23 και x1 < x2, άρα r(x1) < r(x2).
Από τη σχέση f3(x) + f(x) = x + 1 προκύπτει ότι r(f(x)) = x + 1.
Για x1 < x2 έχουμε x1 + 1 < x2 + 1, επομένως r(f(x1)) < r(f(x2)).
Επειδή η r είναι γνησίως αύξουσα, προκύπτει ότι f(x1) < f(x2).
Άρα η συνάρτηση f είναι γνησίως αύξουσα στο ℝ.
Λύση
Διαιρούμε την ανίσωση με το \(m\), αφού \(m>0\), και παίρνουμε \(\left(m+\frac{1}{m}\right)^5+m-34+\frac{1}{m}\le 0\), δηλαδή \(\left(m+\frac{1}{m}\right)^5+\left(m+\frac{1}{m}\right)\le 34\).
Θεωρούμε τη συνάρτηση \(r(x)=x^5+x\), \(x\in\mathbb{R}\), η οποία είναι γνησίως αύξουσα.
Πράγματι, για \(x_1
Παρατηρούμε ότι
\(r(2)=2^5+2=34\),
οπότε η ανίσωση γράφεται
\(r\!\left(m+\frac{1}{m}\right)\le r(2)\).
Επειδή η \(r\) είναι γνησίως αύξουσα,
προκύπτει
\(m+\frac{1}{m}\le 2\),
δηλαδή
\(\frac{(m-1)^2}{m}\le 0\).
Εφόσον \(m>0\), έχουμε
\((m-1)^2\le 0\),
άρα
\(m=1\).
ΑΣΚΗΣΕΙΣ
Να μελετήσετε ως προς τη μονοτονία τη συνάρτηση \(f(x)=\frac{1-x}{x}\), με \(x\neq 0\).
Αρχικά γράφουμε τη συνάρτηση σε απλούστερη μορφή: \[ f(x)=\frac{1-x}{x}=\frac{1}{x}-1. \]
Γνωρίζουμε ότι η συνάρτηση \(\phi(x)=\frac{1}{x}\) είναι γνησίως φθίνουσα στα διαστήματα \((-\infty,0)\) και \((0,+\infty)\).
Η αφαίρεση μιας σταθεράς δεν επηρεάζει τη μονοτονία μιας συνάρτησης. Επομένως και η \(f(x)=\frac{1}{x}-1\) είναι γνησίως φθίνουσα στα ίδια διαστήματα.
Συμπερασματικά, η \(f\) είναι γνησίως φθίνουσα στα \((-\infty,0)\) και \((0,+\infty)\).
Να αποδείξετε ότι η συνάρτηση \(f(x)=\frac{1}{x}-x\) είναι γνησίως φθίνουσα στο \((0,+\infty)\).
Η συνάρτηση \(\phi(x)=\frac{1}{x}\) είναι γνησίως φθίνουσα στο \((0,+\infty)\).
Επίσης, η συνάρτηση \(\psi(x)=-x\) είναι γνησίως φθίνουσα στο \((0,+\infty)\).
Επειδή άθροισμα γνησίως φθινουσών συναρτήσεων είναι γνησίως φθίνουσα, προκύπτει ότι και η \[ f(x)=\frac{1}{x}-x \] είναι γνησίως φθίνουσα στο \((0,+\infty)\).
Έστω η συνάρτηση \(f(x)=\frac{x^2}{x^2+1}\), με \(x\in\mathbb{R}\).
α. Να αποδείξετε ότι \(f(x)=1-\frac{1}{x^2+1}\).
β.Να τη μελετήσετε ως προς τη μονοτονία στα \((-\infty,0]\) και \([0,+\infty)\).
α) Έχουμε \[ f(x)=\frac{x^2}{x^2+1} =\frac{x^2+1-1}{x^2+1} =1-\frac{1}{x^2+1}. \]
β) Η συνάρτηση \(\phi(x)=\frac{1}{x^2+1}\) είναι άρτια και για \(x\ge 0\) γνησίως φθίνουσα.
Άρα η \(-\frac{1}{x^2+1}\) είναι γνησίως αύξουσα στο \([0,+\infty)\), και επομένως και η \[ f(x)=1-\frac{1}{x^2+1} \] είναι γνησίως αύξουσα στο \([0,+\infty)\).
Λόγω αρτιότητας, η \(f\) είναι γνησίως φθίνουσα στο \((-\infty,0]\).
Έστω η συνάρτηση \(f(x)=x^7+x\).
α. Να αποδείξετε ότι η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα.
β.Να λύσετε την εξίσωση \(x^7+x^2=0\).
α) Οι συναρτήσεις \(x^7\) και \(x\) είναι γνησίως αύξουσες στο \(\mathbb{R}\). Επομένως και το άθροισμά τους \[ f(x)=x^7+x \] είναι γνησίως αύξουσα στο \(\mathbb{R}\).
β) Έχουμε \[ x^7+x^2=x^2(x^5+1)=0. \] Άρα \[ x=0 \quad \text{ή} \quad x=-1. \]
Έστω η συνάρτηση
\(f(x)=\frac{2e\ln x}{x}-e\), με \(x>0\).
α. Να μελετήσετε τη \(f\) ως προς τη μονοτονία.
β.Να λύσετε την εξίσωση \(x\ln x=e(2-\ln x)\).
Η \(\ln x\) είναι γνησίως αύξουσα και η \(\frac{1}{x}\) γνησίως φθίνουσα στο \((0,+\infty)\), άρα η \(\frac{\ln x}{x}\) είναι γνησίως φθίνουσα.
Επομένως και η \(f(x)=\frac{2e\ln x}{x}-e\) είναι γνησίως φθίνουσα στο \((0,+\infty)\).
Η εξίσωση \(x\ln x=e(2-\ln x)\) γράφεται \(f(x)=f(e)\). Επειδή η \(f\) είναι γνησίως φθίνουσα, έχει μοναδική λύση: \[ x=e. \]
Έστω η συνάρτηση \(f(x)=e^x+x\).
α. Να αποδείξετε ότι η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα.
β. Να αποδείξετε ότι η εξίσωση \(x+\ln x=e+1\)
έχει μοναδική λύση \(x=e\).
α) Η συνάρτηση \(e^x\) είναι γνησίως αύξουσα στο \(\mathbb{R}\), ενώ και η συνάρτηση \(x\) είναι επίσης γνησίως αύξουσα.
Επειδή άθροισμα γνησίως αύξουσων συναρτήσεων είναι γνησίως αύξουσα, προκύπτει ότι και η \[ f(x)=e^x+x \] είναι γνησίως αύξουσα στο \(\mathbb{R}\).
β) Η εξίσωση \(x+\ln x=e+1\) γράφεται \[ f(\ln x)=f(1). \] Επειδή η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα, προκύπτει \(\ln x=1\), δηλαδή \[ x=e. \]
Να βρείτε \( x\in\left(0,\frac{\pi}{2}\right) \) ώστε \( \ln(\text{εφ}\,x)=\ln(\text{συν}\,x)-\ln(\text{ημ}\,x) \).
Από τις ιδιότητες των λογαρίθμων έχουμε \[ \ln(\συν x)-\ln(\ημ x)=\ln\!\left(\frac{\συν x}{\ημ x}\right). \] Επομένως η δοθείσα εξίσωση γράφεται \[ \ln(\εφ x)=\ln\!\left(\frac{\συν x}{\ημ x}\right). \]
Επειδή οι λογάριθμοι έχουν την ίδια βάση και τα ορίσματά τους είναι θετικά στο \(\left(0,\frac{\pi}{2}\right)\), προκύπτει η ισοδυναμία \[ \εφ x=\frac{\συν x}{\ημ x}. \]
Από τον ορισμό της εφαπτομένης ισχύει \(\εφ x=\frac{\ημ x}{\συν x}\). Άρα \[ \frac{\ημ x}{\συν x}=\frac{\συν x}{\ημ x} \;\Longrightarrow\; \ημ^2 x=\συν^2 x. \]
Στο διάστημα \(\left(0,\frac{\pi}{2}\right)\) οι συναρτήσεις \(\ημ x\) και \(\συν x\) είναι θετικές, οπότε από την τελευταία σχέση προκύπτει \[ \ημ x=\συν x. \]
Αυτό ισχύει μόνο για \[ x=\frac{\pi}{4}. \]
Έστω η \(f\) γνησίως αύξουσα στο \([0,+\infty)\) με \(f(0)=0\). Να αποδείξετε ότι η συνάρτηση \[ g(x)=\frac{f(x)}{x} \] είναι γνησίως φθίνουσα στο \((0,+\infty)\).
Έστω \(0
Επιπλέον, από το \(f(0)=0\) και τη γνησία αύξηση της \(f\),
προκύπτει ότι
\[
\frac{f(x_1)}{x_1}>\frac{f(x_2)}{x_2}.
\]
(διότι στο μεγαλύτερο \(x\) αντιστοιχεί αναλογικά
μικρότερη τιμή του λόγου \(\frac{f(x)}{x}\)).
Άρα για κάθε \(0
Για \(f(x)=x^5+2x-2\) και \(g(x)=x\), να δείξετε ότι οι γραφικές τους παραστάσεις τέμνονται μόνο στο σημείο \(M(1,1)\).
Τα κοινά σημεία των γραφικών παραστάσεων των συναρτήσεων \(f\) και \(g\) ικανοποιούν τη σχέση \[ f(x)=g(x). \] Δηλαδή πρέπει να ισχύει \[ x^5+2x-2=x. \]
Η παραπάνω εξίσωση ισοδυναμεί με \[ x^5+x-2=0. \] Θέτουμε \[ h(x)=x^5+x-2. \]
Η συνάρτηση \(x^5\) είναι γνησίως αύξουσα στο \(\mathbb{R}\), όπως και η συνάρτηση \(x\). Επομένως το άθροισμά τους, και άρα και η συνάρτηση \(h(x)=x^5+x-2\), είναι γνησίως αύξουσα στο \(\mathbb{R}\).
Υπολογίζουμε \[ h(1)=1^5+1-2=0. \] Επειδή η \(h\) είναι γνησίως αύξουσα, η εξίσωση \(h(x)=0\) έχει μοναδική λύση, την \(x=1\).
Για \(x=1\) έχουμε \[ f(1)=1 \quad \text{και} \quad g(1)=1. \] Άρα οι γραφικές παραστάσεις των \(f\) και \(g\) τέμνονται μόνο στο σημείο \[ M(1,1). \]
Έστω οι συναρτήσεις \(f,g\) με
\(f(x)-g(x)=x-10\), για κάθε \(x\in\mathbb{R}\).
α. Να αποδείξετε ότι η συνάρτηση \(h(x)=x+10\) είναι γνησίως αύξουσα.
β. Να αποδείξετε ότι \(f(1)-f(0)>g(0)-g(1)\).
α) Έστω \(x_1
β) Από τη σχέση \(f(x)-g(x)=x-10\) προκύπτει
\[
f(x)=g(x)+x-10.
\]
Άρα
\[
f(1)-f(0)=[g(1)-g(0)]+(1-0).
\]
Επειδή \(1-0=1>0\), έχουμε
\[
f(1)-f(0)>g(1)-g(0).
\]
Ισοδύναμα,
\[
f(1)-f(0)>g(0)-g(1).
\]
Να βρείτε το πεδίο ορισμού της συνάρτησης \[ f(x)=\frac{e^x+1}{e^x-1}. \]
Η συνάρτηση \(f(x)\) ορίζεται όταν ο παρονομαστής της δεν μηδενίζεται, δηλαδή όταν \[ e^x-1\neq 0. \]
Έχουμε \[ e^x-1=0 \;\Longleftrightarrow\; e^x=1 \;\Longleftrightarrow\; x=0. \]
Επομένως η συνάρτηση δεν ορίζεται για \(x=0\), ενώ ορίζεται για κάθε άλλη πραγματική τιμή του \(x\).
Άρα το πεδίο ορισμού της \(f\) είναι \[ D_f=\mathbb{R}\setminus\{0\}=\mathbb{R}^*. \]
Έστω η συνάρτηση \(f\) ορισμένη στο \(\mathbb{R}\) ώστε
\[
x\le (f\circ f)(x)\le f(x),
\quad \text{για κάθε } x\in\mathbb{R}.
\]
α. Να αποδείξετε ότι \((f\circ f)(x)=f(x)\).
β. Αν η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα, να βρείτε τη \(f\).
α) Από την υπόθεση ισχύει για κάθε \(x\in\mathbb{R}\) \[ x\le f(f(x))\le f(x). \] Στη σχέση αυτή αντικαθιστούμε το \(x\) με το \(f(x)\). Τότε παίρνουμε \[ f(x)\le f(f(x))\le f(x). \]
Από την τελευταία διπλή ανισότητα προκύπτει αναγκαστικά ότι \[ f(f(x))=f(x), \quad \text{για κάθε } x\in\mathbb{R}. \]
β) Αν η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα και ισχύει \(f(f(x))=f(x)\), τότε από τη μονοτονία της \(f\) προκύπτει \[ f(x)=x, \quad \text{για κάθε } x\in\mathbb{R}. \]
Άρα η μοναδική συνάρτηση που ικανοποιεί τις παραπάνω συνθήκες είναι \[ f(x)=x. \]
Έστω η συνάρτηση \(f\) ώστε
\[
f^3(x)+f(x)=2x,
\quad \text{για κάθε } x\in\mathbb{R}.
\]
α. Να αποδείξετε ότι η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα.
β. Να αποδείξετε ότι \(f(1)=1\).
γ. Να λύσετε την ανίσωση \(2f^2(x)-2>0\).
α) Θεωρούμε τη συνάρτηση
\[
g(t)=t^3+t.
\]
Η \(g\) είναι γνησίως αύξουσα στο \(\mathbb{R}\),
επειδή για \(t_1
Από τη δοθείσα σχέση έχουμε
\[
g(f(x))=2x.
\]
Επειδή η \(g\) είναι γνησίως αύξουσα
και η συνάρτηση \(2x\) είναι επίσης γνησίως αύξουσα,
προκύπτει ότι και η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα στο \(\mathbb{R}\).
β) Θέτουμε \(x=1\) στη σχέση
\(f^3(x)+f(x)=2x\).
Τότε παίρνουμε
\[
f^3(1)+f(1)=2.
\]
Επειδή η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα,
η παραπάνω εξίσωση έχει μοναδική λύση,
την
\[
f(1)=1.
\]
γ) Η ανίσωση
\[
2f^2(x)-2>0
\]
ισοδυναμεί με
\[
f^2(x)>1
\;\Longleftrightarrow\;
|f(x)|>1.
\]
Επειδή η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα και \(f(1)=1\),
έχουμε:
Άρα η λύση της ανίσωσης είναι
\[
x<-1 \quad \text{ή} \quad x>1.
\]
\(\;f(x)>1 \Longleftrightarrow x>1\)
και
\(\;f(x)<-1 \Longleftrightarrow x<-1\).
Έστω η γνησίως μονότονη συνάρτηση \(f\) με
\(f(3)=2\) και \(f(5)=10\).
α. Να αποδείξετε ότι η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα.
β. Να λύσετε την εξίσωση \(f(x+2)+2=f(5)\).
γ. Να λύσετε την ανίσωση \(f^2(x)-12f(x)+20>0\).
α) Επειδή η \(f\) είναι γνησίως μονότονη, είναι είτε γνησίως αύξουσα είτε γνησίως φθίνουσα.
Από το \(3<5\) και τις τιμές \(f(3)=2\), \(f(5)=10\), παρατηρούμε ότι \(2<10\). Άρα η \(f\) δεν μπορεί να είναι γνησίως φθίνουσα.
Επομένως η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα στο πεδίο ορισμού της.
β) Από τη δοθείσα εξίσωση \[ f(x+2)+2=f(5) \] προκύπτει \[ f(x+2)=f(3). \]
Επειδή η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα, από την ισότητα \(f(x+2)=f(3)\) έπεται ότι \[ x+2=3. \] Άρα \[ x=1. \]
γ) Η ανίσωση \[ f^2(x)-12f(x)+20>0 \] ισοδυναμεί με \[ (f(x)-2)(f(x)-10)>0. \]
Από την παραπάνω ανίσωση έχουμε \[ f(x)<2 \quad \text{ή} \quad f(x)>10. \]
Επειδή η \(f\) είναι γνησίως αύξουσα, από τις σχέσεις \(f(x)<2=f(3)\) και \(f(x)>10=f(5)\) προκύπτει αντίστοιχα \[ x<3 \quad \text{ή} \quad x>5. \]
Έστω η γνησίως αύξουσα και περιττή συνάρτηση \(f\) και
\(F(x)=f(x)+e^x-1\).
α. Να αποδείξετε ότι η \(F\) είναι γνησίως αύξουσα.
β. Να βρείτε το πρόσημο της \(F\).
α) Η συνάρτηση \(f\) είναι γνησίως αύξουσα από υπόθεση. Επίσης, η εκθετική συνάρτηση \(e^x\) είναι γνησίως αύξουσα στο \(\mathbb{R}\), ενώ η αφαίρεση της σταθεράς \(1\) δεν μεταβάλλει τη μονοτονία.
Επομένως, το άθροισμα των γνησίως αύξουσων συναρτήσεων \(f(x)\) και \(e^x-1\) είναι επίσης γνησίως αύξουσα. Άρα η συνάρτηση \[ F(x)=f(x)+e^x-1 \] είναι γνησίως αύξουσα στο \(\mathbb{R}\).
β) Υπολογίζουμε την τιμή της \(F\) στο \(x=0\): \[ F(0)=f(0)+e^0-1. \] Επειδή η \(f\) είναι περιττή, ισχύει \(f(0)=0\), ενώ \(e^0-1=0\). Άρα \[ F(0)=0. \]
Εφόσον η \(F\) είναι γνησίως αύξουσα και μηδενίζεται στο \(x=0\), προκύπτει ότι \[ F(x)>0 \quad \text{για } x>0, \] και \[ F(x)<0 \quad \text{για } x<0. \]
Έστω η συνάρτηση \( f(x)=\left(\frac{2}{5}\right)^x+\left(\frac{3}{5}\right)^x \)
α. Να λύσετε την εξίσωση \(f(x)=f(1)\)
β. Να λύσετε την εξίσωση \(f(x)=f(0)\)
γ. Να λύσετε την εξίσωση \(f(2x)=f(x)\)
Παρατηρούμε ότι \(\frac{2}{5}<1\) και \(\frac{3}{5}<1\). Επομένως οι εκθετικές συναρτήσεις \(\left(\frac{2}{5}\right)^x\) και \(\left(\frac{3}{5}\right)^x\) είναι γνησίως φθίνουσες στο \(\mathbb{R}\).
Άθροισμα γνησίως φθινουσών συναρτήσεων είναι επίσης γνησίως φθίνουσα, άρα και η συνάρτηση \(f\) είναι γνησίως φθίνουσα στο \(\mathbb{R}\).
α) Επειδή η \(f\) είναι γνησίως φθίνουσα, η εξίσωση \(f(x)=f(1)\) έχει μοναδική λύση. Επομένως \[ x=1. \]
β) Αντίστοιχα, η εξίσωση \(f(x)=f(0)\) έχει μοναδική λύση, η οποία είναι \[ x=0. \]
γ) Η εξίσωση \(f(2x)=f(x)\), λόγω της γνησίας μονοτονίας της \(f\), ισοδυναμεί με \[ 2x=x. \] Άρα \[ x=0. \]
Τέλος του μαθήματος